Never say never |43

321 19 4
                                        


Το διάβασμα για τις πανελλήνιες είχε γίνει η καθημερινή μου πραγματικότητα, μια επίμονη, εξουθενωτική ρουτίνα. Κάθε σελίδα, κάθε γραμμή που υπογράμμιζα, κάθε παράγραφος που αποστήθιζα, έμοιαζε να με βαραίνει περισσότερο από την προηγούμενη. Κι όμως, το πιο δυσβάσταχτο δεν ήταν η κούραση, αλλά το άγχος· εκείνο το διαρκές σφίξιμο στο στήθος που δεν με άφηνε να ανασάνω, να συγκεντρωθώ, να νιώσω... ήρεμη.

«Και αν δεν τα καταφέρω; Και αν...;»
Η σκέψη με βασάνιζε σαν ψίθυρος που δεν σταματούσε ποτέ.

Ήθελα τόσο να πετύχω. Να σπουδάσω Ψυχολογία. Να γίνω εκείνη η γυναίκα που κάποτε θα βοηθά άλλους να παλέψουν το άγχος που τώρα τρώει εμένα.

Η πόρτα άνοιξε απαλά και η φωνή της μητέρας μου ήχησε ήρεμη, μα γεμάτη νόημα.
«Κορίτσι μου... Άσε λίγο το διάβασμα να ξεσκάσεις για λίγο.»

Γύρισα το κεφάλι προς το μέρος της, μα δεν σταμάτησα να κρατάω το στυλό.
«Μαμά, δεν μπορώ. Αύριο δίνω το πρώτο μάθημα.»

[...]

Το επόμενο πρωί με βρήκε να ξυπνώ πολύ πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Το άγχος δεν είχε φύγει· αντίθετα, είχε φωλιάσει μέσα μου. Ξανακοίταξα βιαστικά τα τελευταία κεφάλαια και λίγο αργότερα, ήρθε η Ελένη να με πάρει από το σπίτι. Εκείνη φαινόταν ψύχραιμη, σχεδόν ανεπηρέαστη, ενώ εγώ... ένιωθα σαν να έτρεμα ολόκληρη.

«Παιδί μου, σιγά! Πώς κάνεις έτσι; Αφού ξέρουμε όλοι ότι θα περάσεις.» είπε με ένα καθησυχαστικό χαμόγελο.

«Ποτέ μην λες ποτέ!» απάντησα με μια φωνή που πρόδιδε τη νευρικότητά μου.

Καθώς φτάναμε στο προαύλιο του σχολείου, πήρα μια βαθιά ανάσα και κοίταξα γύρω μου. Το μέρος έμοιαζε αλλιώτικο. Άδειο από τα γνώριμα πρόσωπα της περασμένης χρονιάς, γεμάτο τώρα με πρόσωπα αγχωμένα, τρομαγμένα, σαν το δικό μου. Οι μαθητές κάθονταν στα παλιά πεζούλια, κρατώντας σφιχτά τα βιβλία τους, ψάχνοντας να απομνημονεύσουν και το τελευταίο ψίχουλο ύλης.

Μπήκαμε στην τάξη. Δεν καθόμουν πλέον δίπλα στην Ελένη, όπως παλιά, ήμουν μόνη μου, με μόνο σύντροφο τον στυλό μου. Ήταν μια σιωπηλή υπενθύμιση: το σχολείο είχε φτάσει στο τέλος του. Δεν θα ξαναδώ όλους αυτούς.

Τα θέματα έφτασαν στα χέρια μου. Ίδρωναν. Ο στυλός γλιστρούσε ανάμεσα στα δάχτυλά μου.
Απέκλεισα από το μυαλό μου κάθε σκέψη. Συγκεντρώθηκα. Έπρεπε να τα δώσω όλα.

Ώρες ώρες, μιλάς λίγο σαν φυτούκλας, κυρία ψυχολόγα...

Πρώτο μάθημα: Έκθεση. Έγραφα ασταμάτητα. Κάποια στιγμή, αντιλήφθηκα ότι είχα πάρει φόρα και είχα ξεπεράσει κάθε αναστολή. Το χαρτί γέμιζε. Ο χρόνος τελείωσε. Παρέδωσα.

I'm in love with youHistorias para obsesionarse. Descúbrelo ahora