«Εσύ τον έδειρες έτσι;» είπα στον Άρη, με τη φωνή μου να πάλλεται από ένταση. Ο θυμός μέσα μου έβραζε.
«Ορίστε;» απάντησε εκείνος με αδιαφορία, φορώντας τα γάντια του μποξ. Χτυπούσε τον σάκο με ρυθμό, σαν να μην είχα μιλήσει καν.
«Θα μου πεις; Τον Ορέστη, εσύ τον έδειρες;»
Γύρισε προς το μέρος μου με ένα χαμόγελο μισοειρωνικό. «Γιατί, σου έκανε παράπονα ο φλώρος; Τώρα θα τον κανονίσω!» είπε, έτοιμος να πετάξει έξω από την πόρτα, μα πρόλαβα και τον σταμάτησα.
«Πας καλά; Μα τι σκέφτεσαι, μου λες; Άρη, εδώ δεν είναι Θεσσαλονίκη. Εδώ είναι Αγγλία!»
«Πες με και χωριάτη τώρα!» πέταξε εκνευρισμένος.
«Δεν είπα αυτό. Το ξέρεις ότι είναι στο νοσοκομείο με σοβαρά χτυπήματα;»
«Του άξιζε του πούστη!» είπε μ' ένα βλέμμα σχεδόν ικανοποίησης, σαν να είχε εκδικηθεί προσωπικά κάποιον παλιό εχθρό.
«ΑΡΗ!» φώναξα, με τη φωνή μου να τρέμει από φόβο και θυμό ταυτόχρονα.
«Θέλεις να έχουμε μπλεξίματα; Άμα το μάθει ο πατέρας του, θα σου κάνει... κι εγώ δεν ξέρω τι. Και μπορεί να φύγεις και από την εταιρία,» συνέχισα, χαμηλώνοντας τον τόνο αλλά όχι την ένταση της ανησυχίας μου.
«Δεν θα τολμήσει να πει το όνομά μου, Νατάσσα,» απάντησε κοφτά, σχεδόν με απειλή.
Δεν του απάντησα. Έμεινα σιωπηλή, με τα χείλη μου σφιγμένα και τα μάτια καρφωμένα στην τηλεόραση, προσποιούμενη πως δεν με αφορούσε τίποτα απ' όσα έκανε ή έλεγε. Ήμουν θυμωμένη. Όχι μόνο γι' αυτό που έκανε, αλλά και γιατί μέσα μου, όσο κι αν ήθελα να το αρνηθώ, δεν ήθελα να τον χάσω. Κακό είναι; Δεν θέλω να τον μισούν, δεν θέλω να μπλέκει. Δεν αντέχω να σκέφτομαι ότι θα μπορούσε να του συμβεί κάτι.
Εκείνος, σαν να κατάλαβε πως δεν θα έβρισκε λέξεις να με μαλακώσει, άρχισε να με πλησιάζει σιωπηλά. Με φιλούσε στον ώμο, προσπαθώντας να με πείσει με την αφή του, μα εγώ έμενα ακίνητη. Το βλέμμα μου δεν άφηνε την οθόνη ούτε για δευτερόλεπτο. Ήταν σαν να μην υπήρχε εκεί.
«Έλα, που σου έχω και ένα δώρο,» άκουσα να λέει, αλλά πάλι δεν του απάντησα. Ούτε γύρισα να τον κοιτάξω.
Μα τότε, μπροστά στα μάτια μου, εμφάνισε δυο αεροπορικά εισιτήρια. Τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα.
«Εισιτήρια για Θεσσαλονίκη. Θα κάνουμε Χριστούγεννα χωρίς τα παιδιά;»
Όλα τα μούτρα, όλα τα νεύρα, οι ανησυχίες κι οι γκρίνιες, διαλύθηκαν μονομιάς. Τον αγκάλιασα με δύναμη, σαν να μην ήθελα να τον αφήσω ποτέ. Άρχισα να τσιρίζω από τη χαρά μου.
VOCÊ ESTÁ LENDO
I'm in love with you
RomanceΚαθώς περπατούσα ακούω μια αντρική φωνή... «Κοπέλα μου πρόσεχε που πας!» «Ε τι;» είπα και έβγαλα τα ακουστικά μου προσπαθώντας να καταλάβω τι έγινε,κοιτάζω και βλέπω ένα αγόρι με ένα καφέ στο χέρι ο οποίος έχει πέσει πάνω μου. «Δεν βλέπεις μπροστά σ...
