Κεφάλαιο 30ο

40.1K 2.6K 428
                                        

"Έγινε κάτι;" με ρώτησε ο Βίκτωρ.

"Τίποτα" απάντησα. "Τα λέμε"

"Να έρθω να σε πάρω;"

"Όχι, θα πάω απ' το σπίτι να φάω και μετά στο μαγαζί"

Ρουθούνισε. Ένεψε καταφατικά.

"Μουτράκια μου κρατάς;" τον ρώτησα.

Χαμογέλασε και γύρισε να με κοιτάξει.

"Σε εσένα;" ρώτησε.

Γέλασα κι έκλεισα την πόρτα. Διασταύρωσα στα γρήγορα και μπήκα στο σχολείο.

Ένιωθα άσχημα που δεν του είπα ποιον είδα αλλά σιγά μωρέ. Σιγά μην του δίνω και πλήρη αναφορά.

Ύστερα θα αρχίσει την μουρμούρα και ποιος τον ακούει.

Κοίταξα την οθόνη του κινητού μου. Το κουδούνι θα έχει μόνο 5 λεπτά που χτύπησε.

Μαθηματικά την πρώτη ώρα.

Ένα τσιγαράκι πάει τώρα.

Κάθισα σε ένα άδειο μέρος της αυλής και άνοιξα το κουτί με τα τσιγάρα μου. Αφού άναψα ένα στα γρήγορα, περίμενα λίγα λεπτά να περάσουν.

Όταν τελείωσε έπρεπε να αντιμετωπίσω την σκληρή πραγματικότητα.

Πρέπει να πάω να κάνω Μαθηματικά.

Ελευθερώνοντας μια ανάσα, άρπαξα την τσάντα και χωρίς καν να την φορέσω, άρχισα να περπατώ προς την τάξη σέρνοντας την στο έδαφος.

Φτάνοντας μπροστά στην πόρτα της αίθουσας μου ρουθούνισα και την έσπρωξα χωρίς να χτυπήσω. Αυτόν τον καθηγητή δεν τον πήγαινα ποτέ και ούτε πρόκειται.

"Που νομίζεις ότι μπαίνεις Γρηγορίου;" αναφώνισε.

Ρόλαρα τα μάτια κοιτώντας το ταβάνι προσπαθώντας να αγνοήσω το γεγονός ότι εξακολουθούσε να με αποκαλεί με το επώνυμο 'Γρηγορίου'

"Στην τάξη;" ρώτησα ειρωνικά.

"Στο σπίτι σου πόρτες δεν έχεις; Δεν ξέρεις πως τις χτυπούν;"

"Όχι, σε βάρκα ήταν η μητέρα μου όταν την σπάσαν τα νερά"

Με κοίταξε έτοιμος να απαντήσει.

Κάντο ρε. Στο τσακ είμαι να σου ορμήξω, θα σε φοβηθώ;

"Κάθισε στην θέση σου" είπε τελικά.

Χωρίς να τον κοιτάξω, έφτασα στο θρανίο μου.

Ακριβώς πίσω μου καθόταν ο χλεχλές. Αφού τον κοίταξα απορημένη μα κυρίως ενοχλημένη, κάθισα ρίχνοντας την τσάντα μου κάτω.

Μπάτσο, μωρό μου!Where stories live. Discover now