15° ΚΕΦΑΛΑΙΟ

198 13 5
                                        


Λίγο αργότερα επέστρεψα στο σπίτι και είδα τον πατέρα σκυμμένο πάνω στο ραδιόφωνο, να γυρίζει το κουμπί με επιμονή, προσπαθώντας να πιάσει κάποιον σταθμό πέρα από τις βαριές φωνές της γερμανικής προπαγάνδας.

— Ήρθες επιτέλους, κορίτσι μου; ρώτησε η γιαγιά.
— Ναι, απάντησα και πήγα στην κουζίνα να αφήσω το ψωμί που είχα καταφέρει να πάρω.

Το έβγαλα από την τσάντα και το ακούμπησα πάνω στο τραπέζι. Η μητέρα με κοίταξε απορημένη.
— Πού το βρήκες;

Ο πατέρας στεκόταν από πίσω μου, η φωνή του σκληρή.
— Γιατί δεν απαντάς στη μητέρα σου; Από τον Ερυθρό Σταυρό αποκλείεται να είναι. Λέγε! Μπλέχτηκες με κανέναν Γερμανάρα;

Μου άρπαξε τα χέρια και με ταρακούνησε.
— Δεν μπορώ να σου πω, είπα χαμηλά.

Το πρόσωπο του σκοτείνιασε.
— Τα βλέπεις γύρω σου. Ο αδελφός σου πέθανε για την πατρίδα. Εγώ προδότριες δεν θέλω στο σπίτι μου.

Η γιαγιά μπήκε μέσα αποφασιστική.
— Τι είναι αυτά που λες, γιε μου; Το κορίτσι δεν πρόδωσε κανέναν!

— Μητέρα, εσύ δεν ξέρεις... ψέλλισε ο πατέρας.
— Κάνεις λάθος, είπε εκείνη. Ξέρω περισσότερα από σένα. Έλα δω. Ας βάλουμε το ψωμί στο ντουλάπι.

Τράβηξε τις φέτες και τις έκρυψε σ' ένα ντουλάπι. Η μητέρα χαμήλωσε το κεφάλι.
— Να στρώσω τραπέζι; ρώτησε διστακτικά.
— Στρώσε, είπε ο πατέρας και πήγε στο σαλόνι.

Η γιαγιά γύρισε προς τη μητέρα και είπε ήρεμα:
— Η κόρη σου, Αλεξάνδρα μου, πολεμάει τους εχθρούς μαζί με άλλα παιδιά.

Η μητέρα με κοίταξε τρομαγμένη.
— Και τριγυρνάς με τους Γερμανούς; με ρώτησε.
— Αναγκαστικά, αποκρίθηκα.
— Είσαι πολύ θαρραλέα, είπε κι έσφιξε την αγκαλιά της γύρω μου.

Φάγαμε μια αραιή σούπα με τις λίγες πατάτες που είχαμε. Μετά πήγαμε η γιαγιά και εγώ στην καθιερωμένη μας βόλτα. Ήταν Τρίτη.

Ο δρόμος είχε αλλάξει· άνθρωποι σκελετωμένοι περπατούσαν αργά, πολλοί με βλέμμα άδειο. Κάποιοι σωριάζονταν στα πεζοδρόμια. Ένα κάρο περνούσε μαζεύοντας πτώματα· κανείς δεν ήθελε να κοιτάξει.

— Πώς άλλαξε έτσι ο κόσμος; είπε η γιαγιά. Τα μάτια των ανθρώπων είναι γεμάτα λύπη και αγωνία.
— Μέρα με τη μέρα χειροτερεύει. Χιλιάδες πεθαίνουν στους δρόμους από την πείνα και το κρύο, της απάντησα.
— Να λες δόξα τω Θεώ που έχεις στέγη και λίγο φαγητό, είπε εκείνη. Αυτοί οι κακόμοιροι είναι στο έλεος του Θεού.

Θα κλείσω τα μάτια Stories to obsess over. Discover now