Οκτώβριος 1940
Ήμουν στην κουζίνα με τη μητέρα μου και τη βοηθούσα στο μαγείρεμα.
– Καλέ συ, Δήμητρα. Δεν έχουμε αλάτι! Πετάξου στον κυρ-Φώτη να πάρεις, είπε με τη χαρακτηριστική της προφορά η μάνα μου, που είχε έρθει από τη Σμύρνη πριν χρόνια.
– Εντάξει, μητέρα, είπα, έβγαλα την ποδιά που φορούσα και την άφησα πάνω σε μια καρέκλα.
Βγήκα από την κουζίνα και προχώρησα προς το σαλόνι, όπου είδα τη γιαγιά μου. Ήταν η μητέρα του πατέρα μου και πολύ καλή γυναίκα. Δεν είχε κακό λόγο για κανέναν και τη μητέρα μου την αγαπούσε σαν κόρη της. Συνήθως καθόταν στην αγαπημένη της πολυθρόνα και έπλεκε. Όπως έκανε και εκείνη τη στιγμή.
– Δεν κουράστηκες να πλέκεις, γιαγιά μου; Βγες λίγο έξω στην αυλή μας, να πάρεις καθαρό αέρα. Ζεστό καιρό έχει σήμερα, της είπα.
– Τι να κάνω, παιδάκι μου; Πλέκω για να έχεις προίκα, όταν παντρευτείς με το καλό, είπε χωρίς να πάρει τα μάτια της από το πλεκτό.
– Οι βόλτες είναι για εσάς τα νιάτα, συνέχισε ύστερα από μια μικρή παύση.
– Κάτσε να βρω πρώτα έναν καλό γαμπρό, γιαγιάκα μου, και δεν χρειάζεται να πλέκεις άλλο. Έχεις πλέξει αρκετά όλα αυτά τα χρόνια.
– Πάντα χρειάζονται τα πλεκτά, κορίτσι μου. Είναι απαραίτητα για το καινούργιο σπιτικό που θα ανοίξει.
– Καλά, γιαγιάκα. Εγώ πάω στον κυρ-Φώτη και έρχομαι. Μου ζήτησε να της πάρω και αλάτι η μητέρα.
– Πήγαινε, και ο Θεός μαζί σου, Δημητρούλα μου, είπε η γιαγιά –απ' την οποία πήρα και το όνομά μου– και βγήκα από το σπίτι.
Ήμασταν μια απλή, ευτυχισμένη οικογένεια, σαν τις περισσότερες εκείνης της εποχής. Στο σπίτι ζούσαμε εγώ, οι γονείς μου, ο αδελφός μου Φίλιππος και η γιαγιά. Ο Φίλιππος είναι τρία χρόνια μεγαλύτερός μου, εικοσιτεσσάρων χρονών. Εγώ είμαι είκοσι ενός. Μου έχει μεγάλη αδυναμία – και εγώ επίσης.
Η γιαγιά ήρθε να μείνει μαζί μας όταν πέθανε ο παππούς, πριν τέσσερα χρόνια. Ο πατέρας μου δεν ήθελε να μείνει μόνη της στο σπίτι της στο χωριό. Της έχει μεγάλη αδυναμία, αφού είναι η μητέρα του. Η μητέρα μου μερικές φορές δυσανασχετεί, αλλά κάνει υπομονή. Είναι μεγαλωμένη στη Σμύρνη, και ξέρει καλά τι θα πει να χάνεις σπίτι και πατρίδα – η γιαγιά, τουλάχιστον, δεν είναι ξένη.
– Πού πας, μικρή; άκουσα τον Φίλιππο να μου λέει, καθώς τον συνάντησα στον δρόμο για το μπακάλικο.
– Πάω στον κυρ-Φώτη και έρχομαι, του είπα.
– Εντάξει. Έλα γρήγορα, γιατί θέλω να σου πω κάτι.
– Δεν θα αργήσω καθόλου, αδελφούλη, απάντησα και επιτάχυνα το βήμα μου. Η διαδρομή ήταν περίπου δέκα λεπτά, αλλά εγώ που σχεδόν έτρεχα έφτασα στο μισό χρόνο.
Όταν γύρισα στο σπίτι, ο Φίλιππος ήταν στην κουζίνα και μπλεκόταν στα πόδια της μαμάς, που του φώναζε:
– Φύγε από 'δώ, καλέ! Ολόκληρος άντρας είσαι και φέρεσαι σαν μωρό!
Μπήκα στην κουζίνα και άρχισα να γελάω δυνατά.
– Τι γελάς, εσύ, μαρή ζεβζέκα; μου είπε η μητέρα, με το σμυρνέικο ταμπεραμέντο που δεν έκρυβε ποτέ. Όταν θύμωνε ή γελούσε, η προφορά της έβγαινε αμέσως.
– Έλα, Δημητρούλα μου, στο δωμάτιο μας, είπε ο Φίλιππος και με τράβηξε από το χέρι.
– Τι έγινε; τον ρώτησα.
– Δεν σου είπε τίποτα η φιλενάδα σου για απόψε;
– Όχι. Τι να μου πει καλέ; Δεν μιλήσαμε καθόλου σήμερα.
– Ετοιμάσου και στολίσου. Θέλω να γίνεις όμορφη και να μαγέψεις τους πάντες!
– Μα τι λες; ρώτησα απορημένη.
– Το βράδυ θα βγούμε με την παρέα. Ο Μάριος –ο φίλος μου– θα φέρει και τη Χριστίνα, την αδελφή του και φίλη σου.
– Αλήθεια; Πολύ ωραία! Έχουμε καιρό να βγούμε όλοι μαζί, είπα με χαρά.
– Είδες, μικρή, πώς σε σκέφτομαι; είπε, και μου έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο.
– Στις εννιά θα περάσουν τα παιδιά. Θα φύγουμε όλοι μαζί.
– Και πού θα πάμε;
– Σε ένα πάρτι, στο σπίτι ενός φίλου μας. Θα χορέψουμε, θα διασκεδάσουμε. Έχω καιρό να σε βγάλω έξω, μικρή μου.
– Να ξέρεις, δεν πίνω. Θα βγάλω τη βραδιά με πορτοκαλάδα.
– Ίσως ήρθε η ώρα να δοκιμάσεις κι ένα ποτάκι.
– Δεν νομίζω, Φίλιππε. Δεν ξέρω αν πρέπει.
– Μαζί μου θα είσαι. Γιατί να μην πρέπει;
– Αποκλείεται, απάντησα και άνοιξα την ντουλάπα μου. – Δεν νομίζω να έχω τίποτα κατάλληλο να φορέσω...
– Μην ανησυχείς καθόλου γι' αυτό. Το φρόντισα εγώ, είπε, και έβγαλε κάτω από το κρεβάτι ένα κουτί.
– Τι είναι αυτό; ρώτησα ενθουσιασμένη.
– Άνοιξέ το και θα δεις.
Μέσα ήταν ένα όμορφο, κόκκινο φόρεμα – προσεγμένα διπλωμένο.
– Είναι υπέροχο! Σε ευχαριστώ πολύ, Φίλιππε. Είσαι ο καλύτερος αδελφός που θα μπορούσα να έχω! του είπα και τον αγκάλιασα σφιχτά.
– Πότε πρόλαβες και το πήρες; Όταν σε είδα πριν, δεν κρατούσες τίποτα.
– Εμένα μου αρέσει να προετοιμάζομαι από νωρίς! Είπε και μου έκλεισε το μάτι.
Εκείνη τη στιγμή, από το ραδιόφωνο που είχαμε στο σαλόνι, άρχισε να ακούγεται ένα τραγούδι γνώριμο, αγαπημένο:
«Θα σε πάρω να φύγουμε, σ' άλλη γη, σ' άλλα μέρη...»
Σταθήκαμε για λίγο και ακούσαμε τη μελωδία. Ο Φίλιππος γύρισε και με κοίταξε.
– Το βράδυ, θα χορέψεις μ' αυτό το φόρεμα, έτσι; είπε με χαμόγελο.
– Αν δεν έχει πορτοκαλάδα, του απάντησα γελώντας, τουλάχιστον να έχω ωραίο φόρεμα!
Και οι δυο μας ξέραμε, χωρίς να το λέμε, ότι κάτι άλλαζε στον αέρα. Η μουσική, το κόκκινο φόρεμα, ο αδελφικός δεσμός, όλα αυτά ήταν μικρές στιγμές μιας ζωής που ίσως σε λίγο να μην ήταν πια ίδια.
VOCÊ ESTÁ LENDO
Θα κλείσω τα μάτια
Ficção HistóricaΟκτώβριος 1940. Η Δήμητρα γνωρίζει τον Μάριο μέσα από τις οικογένειές τους. Εκείνη είναι φίλη με την αδερφή του, εκείνος φίλος με τον αδερφό της. Όταν, όμως, το βράδυ της 28ης Οκτωβρίου μαθαίνουν στο πάρτι ενός βουλευτή ότι η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμ...
