Το πρωί της επόμενης μέρας, βγήκα από το σπίτι αποφασισμένη να φτάσω στην οργάνωση. Αμέσως κατάλαβα ότι ένας άντρας με παρακολουθούσε. Στην αρχή σκέφτηκα να προχωρήσω κανονικά, αλλά άλλαξα κατεύθυνση και πήρα τον δρόμο προς το γραφείο του Φον Βαγκχεν.
Μόλις έφτασα, δύο στρατιώτες στεκόντουσαν έξω από το κτίριο και ο ένας με σταμάτησε.
— Τον Φον Βαγκχεν θέλω, είπα και με άφησε να περάσω.
Μέσα, παντού υπήρχαν στρατιώτες και υψηλόβαθμα στελέχη των Ες-Ες.
— Τι ψάχνει η όμορφη δεσποινίς; με ρώτησε ένας άντρας γύρω στα πενήντα με μικρά μάτια και γυαλιά.
— Τον αξιωματικό Φον Βαγκχεν, απάντησα.
— Μάλιστα. Ακολουθήστε με, είπε και προχώρησε. Σταμάτησε έξω από μια πόρτα στο τέλος του διαδρόμου και χτύπησε.
— Περάστε, ακούστηκε η φωνή του Φον Βαγκχεν.
— Η κοπέλα σας ζητάει, είπε ο άντρας με τα γυαλιά, ανοίγοντας την πόρτα.
— Άφησέ την να περάσει.
Μόλις μπήκα, είδα δύο στρατιώτες να κρατούν έναν νεαρό από τα χέρια. Το πρόσωπό του είχε μελανιές και φαινόταν ταλαιπωρημένος.
— Πάρτε τον από μπροστά μου! Θα έρθω σε λίγο, φώναξε ο Φον Βαγκχεν και οι στρατιώτες τον έβγαλαν από το δωμάτιο.
Μόλις μείναμε μόνες:
— Συγγνώμη για αυτό, είπε.
— Καθίστε, είπε δείχνοντας μια καρέκλα μπροστά από το γραφείο του.
— Θέλεις να πιεις κάτι ή να φας;
— Όχι, ευχαριστώ.
— Πώς και αποφάσισες να με επισκεφτείς; Σου έλειψα;
— Και αυτό, αλλά και κάτι άλλο.
— Τι συμβαίνει; Έχεις κάποιο πρόβλημα; Πες μου.
— Τις τελευταίες ημέρες αντιλήφθηκα ότι με παρακολουθούν.
— Δεν νομίζω να έβαλα εγώ κάποιον, μου είπε με ένα αγριοβλεμμένο βλέμμα.
— Όχι, δεν σκέφτηκα εσένα. Αλλά ποιος ο λόγος να παρακολουθούμαι; Είμαι μια συνηθισμένη κοπέλα.
— Σε εμπιστεύομαι απόλυτα και ξέρω ότι ποτέ δεν μου έχεις πει ψέματα. Σωστά;
— Ναι πολύ σωστά.
— Ωραία. Μην ανησυχείς για το θέμα που μου είπες. Θα το κανονίσω εγώ.
— Σε ευχαριστώ πάρα πολύ. Σου είμαι ευγνώμων.
— Δεν χρειάζεται, καλή μου. Ξέρεις ότι νοιάζομαι για σένα. Όπως κι εσύ για μένα, έτσι δεν είναι;
— Ναι, το ξέρω.
Κοίταξα το ρολόι μου. Ήταν δέκα και έπρεπε να φύγω.
— Έχεις κάπου να πας; με ρώτησε.
— Ναι, πρέπει να πάω σπίτι. Η μητέρα μου με περιμένει.
— Να πω σε κάποιον να σε πάει με το αυτοκίνητο; είπε, σηκώνοντας το ακουστικό.
— Όχι, μου αρέσει να περπατώ, είπα και σηκώθηκα.
— Θα τα πούμε σύντομα.
— Όποτε θέλεις, απάντησα και βγήκα από το γραφείο.
Μόλις βγήκα, είδα δύο στρατιώτες να κρατούν τον Βασίλη, ένα παιδί της οργάνωσης, και να τον οδηγούν σε κάτι σκάλες στο βάθος του κτιρίου. Η καρδιά μου πάγωσε. Θα είχαν την ίδια τύχη και οι υπόλοιποι;
Έτρεξα γρήγορα προς την έξοδο και βρήκα καταφύγιο σε ένα κοντινό παρκάκι. Κάθισα σε ένα παγκάκι να ηρεμήσω. Ο άντρας που με ακολουθούσε είχε σταματήσει να με παρακολουθεί από τότε που μπήκα στο κτίριο των Ες-Ες.
Σηκώθηκα και περπάτησα γρήγορα προς το ερειπωμένο σπίτι της οργάνωσης. Έπρεπε να ενημερώσω τους άλλους για τον Βασίλη.
— Μάριε, είσαι εδώ; φώναξα.
— Ναι, έλα, είπε. Πήγα στο δωμάτιο όπου άκουσα τη φωνή του.
Το δωμάτιο ήταν γεμάτο κουτιά.
— Φέρατε κι άλλα όπλα; ρώτησα.
— Όπως βλέπεις. Ετοιμάζουμε νέο χτύπημα.
— Να προσέχετε. Είναι επικίνδυνο.
— Τι σε έπιασε τώρα, Δήμητρα;
— Έρχομαι από το γραφείο του Φον Βαγκχεν. Μόλις βγήκα, είδα τον Βασίλη. Τον πιάσανε!
— Όλους μπορεί να μας πιάσουν κάποτε και το ξέρεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσουμε να τους πολεμάμε.
— Έχεις δίκιο, αλλά φοβάμαι. Φοβάμαι πολύ για σένα. Σ' αγαπώ και δεν θέλω να πάθεις κάτι κακό.
— Ούτε εγώ θέλω να πάθεις κακό, είπε και με αγκάλιασε.
— Μάριε, ήρθα, είπε η Χριστίνα και μπήκε στο δωμάτιο.
— Συγγνώμη, παιδιά, είπε και έκανε να φύγει.
— Έλα εδώ, αδελφούλα μου. Δεν πειράζει.
YOU ARE READING
Θα κλείσω τα μάτια
Historical FictionΟκτώβριος 1940. Η Δήμητρα γνωρίζει τον Μάριο μέσα από τις οικογένειές τους. Εκείνη είναι φίλη με την αδερφή του, εκείνος φίλος με τον αδερφό της. Όταν, όμως, το βράδυ της 28ης Οκτωβρίου μαθαίνουν στο πάρτι ενός βουλευτή ότι η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμ...
