Δεκέμβριος 1941
Περπατούσα στον δρόμο με σκυφτό κεφάλι. Γύρω μου οι άνθρωποι δεν έμοιαζαν πια με ανθρώπους. Ήταν σκελετωμένοι, τα μάτια τους βαθουλωμένα, τα χείλη ξερά... Κάποιοι κάθονταν κάτω, χωρίς δύναμη να προχωρήσουν. Τα ρούχα τους βρώμικα, κουρέλια που δεν ζέσταιναν πια. Εκείνοι που είχαν λίγη δύναμη ακόμη έψαχναν απελπισμένα στα σκουπίδια των ταβερνών όπου έτρωγαν οι Γερμανοί αξιωματικοί... Ψίχουλα, κόκαλα, φλούδες πατάτας, όλα πολύτιμα.
Στις γωνιές των δρόμων περνούσαν καροτσάκια του Δήμου, φορτωμένα με σκεπασμένα σώματα. Ο κόσμος γύριζε το κεφάλι για να μη βλέπει, μα η μυρωδιά του θανάτου δεν άφηνε περιθώρια. Στον Ερυθρό Σταυρό, όπου ξαναμπήκαμε με τη Χριστίνα, μετρούσαμε πια πάνω από τετρακόσιους νεκρούς την ημέρα. Σκελετωμένα παιδιά, μάνες που κρατούσαν στην αγκαλιά τους άψυχα βρέφη, γέροι που έσβηναν αθόρυβα. Δεν άντεχα να το βλέπω. Ήθελα να κάνω όπως οι άλλοι, να κλείσω τα μάτια, μα δεν μπορούσα.
Στον δρόμο ένιωθα τα βλέμματα καρφωμένα πάνω μου. Ψίθυροι, μισόλογα. Ήξερα τι έλεγαν: ότι είχα πάει σε δεξιώσεις με τον Φον Βάγκεν, τον Γερμανό αξιωματικό. Στα μάτια τους ήμουν προδότρα. Κανείς όμως δεν ήξερε ότι πίσω από αυτό κρυβόταν μια αποστολή. Κανείς δεν ήξερε τι κινδύνευα για να μαζεύω πληροφορίες.
Εκείνη τη μέρα είχα ραντεβού μαζί του σ' ένα εστιατόριο όπου σύχναζαν οι Γερμανοί. Η αίθουσα φωτισμένη, γεμάτη καπνό και γέλια, ενώ έξω η Αθήνα πέθαινε από το κρύο και την πείνα. Τον είδα να κάθεται μόνος του σ' ένα τραπέζι στρωμένο με εκλεκτά εδέσματα: ψητά κρέατα, πατάτες, γλυκά, κρασιά. Δίστασα να πλησιάσω, μα εκείνος γύρισε το κεφάλι, με είδε και χαμογέλασε.
Κάθισα απέναντί του. Το άρωμα του φαγητού γέμιζε το στομάχι μου με πόνους. Όλα έμοιαζαν νοστιμότατα, μα δεν μπορούσα να αγγίξω τίποτα. Είχα στο μυαλό μου τις μορφές των ανθρώπων που πέθαιναν στον δρόμο.
— Έλα, δοκίμασε, μου είπε.
— Δεν μπορώ, απάντησα σφιγμένη.
— Μα γιατί; Σκέφτεσαι αυτούς τους κακομοίρηδες στους δρόμους; Αυτοί είναι χαμένοι. Εσύ όμως έχεις εμένα, πρόσθεσε με αδιαφορία.
Τον κοίταξα βλοσυρά. Η οργή ανέβηκε στο στήθος μου.
— Πάρε τα χέρια σου από πάνω μου! του φώναξα, όταν τόλμησε να με αγγίξει.
Το βλέμμα του πάγωσε, έγινε απειλητικό. Θυμήθηκα την οργάνωση, τον σκοπό μας. Έπρεπε να αντέξω. Έπρεπε να υποκριθώ.
YOU ARE READING
Θα κλείσω τα μάτια
Historical FictionΟκτώβριος 1940. Η Δήμητρα γνωρίζει τον Μάριο μέσα από τις οικογένειές τους. Εκείνη είναι φίλη με την αδερφή του, εκείνος φίλος με τον αδερφό της. Όταν, όμως, το βράδυ της 28ης Οκτωβρίου μαθαίνουν στο πάρτι ενός βουλευτή ότι η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμ...
