Σεπτέμβριος 1941 – Αθήνα
Το άλλο πρωί, κάποιος χτύπησε την πόρτα. Η μητέρα σηκώθηκε και πήγε να ανοίξει.
«Πώς είμαι;» ρώτησε πριν βάλει το χέρι στο πόμολο.
«Μια χαρά είσαι, Αλεξάνδρα,» απάντησε ο πατέρας. Ήταν καθισμένος στην πολυθρόνα, όπως κάθε πρωί, κοιτάζοντας το πάτωμα.
«Ωραία,» είπε εκείνη και άνοιξε την πόρτα.
«Θεοφάνη!» φώναξε κι έπεσε στην αγκαλιά του αδελφού της.
Εγώ βούρκωσα. Προσπάθησα να κρατήσω τα δάκρυά μου, αλλά ήταν δύσκολο. Πόσο μου είχε λείψει κι εμένα μια τέτοια αγκαλιά από τον δικό μου αδελφό... τον Φίλιππο. Αλλά ήξερα πως δεν μπορούσα να την έχω πια.
«Θέλω να μου πεις τα πάντα. Πώς τα κατάφερες;» ρώτησε η μητέρα, σχεδόν ψιθυριστά.
«Θα στα εξηγήσω όλα, Αλεξάνδρα,» της απάντησε ο Θεοφάνης.
«Να σου φέρω κάτι; Καφέ; Νερό;»
«Όχι, δε χρειάζεται.»
Γύρισε και χαιρέτησε τους υπόλοιπους.
«Άγγελε, κυρία Δήμητρα... πώς είστε;»
«Μια χαρά, αγόρι μου,» είπε η γιαγιά.
Ο πατέρας δεν μίλησε. Τον τελευταίο καιρό είχε κλειστεί στον εαυτό του. Ήταν καχύποπτος, δεν είχε εμπιστοσύνη σε κανέναν. Από τότε που ήρθαν οι Γερμανοί, είχε χάσει κάθε διάθεση να μιλήσει ή να συμμετέχει.
Η μητέρα κοίταξε τον αδελφό της στα μάτια.
«Πες μου, πώς ξέφυγες τότε από τους Τούρκους;»
«Όπως ξέρεις, είχα πάει στη Σμύρνη για να φέρω εμπόρευμα για το μαγαζί του πατέρα μας. Όμως, έπεσα πάνω στα γεγονότα. Πανικός παντού. Είδα ανθρώπους να σκοτώνονται μπροστά μου. Φωτιές, κραυγές, τρόμος. Κατάφερα να χωθώ σε μια βάρκα. Πλέαμε για ώρες, χωρίς προορισμό. Τελικά φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη. Ήμουν μόνος. Δεν ήξερα κανέναν. Εκεί γνώρισα την Αντιγόνη. Ήταν από τα Γιάννενα. Με πήρε σπίτι της, μαζί με τον πατέρα της. Μετά από λίγο καιρό παντρευτήκαμε. Ήρθε και ο Νίκος. Μείναμε δύο χρόνια εκεί και μετά κατεβήκαμε στην Αθήνα. Όλο αυτό το διάστημα δεν είχα κανένα νέο σας. Νόμιζα πως είχατε πεθάνει. Άλλαξα το επίθετό μου. Προσπάθησα να ξεχάσω, αλλά δεν τα κατάφερα ποτέ. Όταν είδα τη Δήμητρα και τον Φίλιππο στο παλιό μας σπίτι, μου θύμισαν εσένα. Αλλά φοβόμουν ότι ήταν απλώς η φαντασία μου.»
«Είδες, Θεοφάνη; Από μια σύμπτωση ξαναβρεθήκαμε. Μετά από τόσα χρόνια! Ο πατέρας ένιωθε τύψεις που σε έστειλε μόνο σου εκεί...»
YOU ARE READING
Θα κλείσω τα μάτια
Historical FictionΟκτώβριος 1940. Η Δήμητρα γνωρίζει τον Μάριο μέσα από τις οικογένειές τους. Εκείνη είναι φίλη με την αδερφή του, εκείνος φίλος με τον αδερφό της. Όταν, όμως, το βράδυ της 28ης Οκτωβρίου μαθαίνουν στο πάρτι ενός βουλευτή ότι η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμ...
