Περνούσαμε ένα όμορφο τοπίο με πολλή βλάστηση και δέντρα, κάποια από τα οποία ήταν ακόμη πράσινα παρά τον χειμώνα. Έβλεπα τους λόφους να κατεβαίνουν προς τη θάλασσα και ταξίδευα με τη σκέψη μου σε παλιές αναμνήσεις. Κάποτε, με την οικογένειά μου, πηγαίναμε στην εξοχή, καθόμασταν κάτω από τα δέντρα και περνούσαμε υπέροχα. Αλλά εκείνες οι μέρες είχαν περάσει. Ο Φίλιππος ήταν άφαντος, οι γονείς μου στην Αθήνα περνούσαν δύσκολα, και εγώ... εγώ ήμουν εδώ, στα ορεινά της Κομοτηνής, προσπαθώντας να ξεφύγω.
-Το Θρακικό Πέλαγος, είπε η Κατερίνα.
-Η μοναδική μας ευκαιρία να είμαστε ελεύθεροι, πρόσθεσε η Ελισσάβετ.
-Ο δρόμος προς την ελευθερία μας, είπε η Αθανασία.
-Μην είστε λιποψυχες, είπα, κοιτάζοντας τον δρόμο που περνούσαμε.
-Θα προτιμούσες να μείνεις εδώ; ρώτησε ο Νάσος, κοιτάζοντας τον Νίκο που ήταν ξαπλωμένος.
-Ναι... θα ένιωθα καλύτερα αν ήμουν μαζί με την οικογένειά μου. Αλλά έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, είμαι εδώ, είπα, κοιτώντας πάλι τον δρόμο.
Στην άκρη του δρόμου, είδα μια στραβωμένη πινακίδα που έγραφε «Μαρώνεια». Οι τρύπες από σφαίρες δυσκολεύαν την ανάγνωση. Σκέφτηκα πως κάποιος ίσως είχε σκοτωθεί εκεί...
Μπήκαμε στο χωριό με τις κεραμιδένιες σκεπές να κατηφορίζουν από τους πράσινους λόφους ως το Θρακικό Πέλαγος. Παντού υπήρχαν ελιές, τα κλαδιά τους απλώνονταν ως την άκρη του δρόμου. Οι λίγοι περαστικοί μας κοιτούσαν παράξενα, με φόβο και αγωνία στα μάτια, ενώ άλλοι μας παρακολουθούσαν πίσω από κλειστά παντζούρια. Το γερμανικό φορτηγάκι στους χωματόδρομους τους είχε τρομοκρατήσει.
Λίγα λεπτά αργότερα, φτάσαμε στην παραλία και είδα έναν άντρα να κάθεται μέσα σε μια βάρκα. Στην αρχή δεν τον αναγνώρισα, αλλά όταν κοίταξα καλύτερα, είδα ότι ήταν ο Παναγιώτης. Είχαμε να τον δούμε πολύ καιρό. Κοιτάζοντας γύρω, υπήρχαν πεύκα, ελιές και κάποια άλλα δέντρα που δεν γνώριζα.
Λίγο αργότερα, το αυτοκίνητο σταμάτησε απότομα στην άμμο και τρανταχτήκαμε. Ο Νίκος ξύπνησε και μας κοιτούσε. Κατέβηκα γρήγορα και έτρεξα προς τον Παναγιώτη, αγκαλιάζοντάς τον.
-Τι έπαθες; με ρώτησε.
-Δεν αντέχω άλλο... είπα, και άρχισα να κλαίω με λυγμούς.
Ο Μάριος μας κοιτούσε και κατάλαβα πως είχε θυμώσει. Του είχα πει κάποτε ότι ο Παναγιώτης με αγαπούσε.
-Εμείς πάμε να βγάλουμε αυτά τα ρούχα, είπε δείχνοντας τα γερμανικά ρούχα που φορούσαν ακόμα, κι ο Νάσος με τον Ζάχαρη ξεκίνησαν προς τα πεύκα. Δεν τον κοίταξα, αλλά έσφιξα τα χέρια γύρω από τον λαιμό του Παναγιώτη.
VOUS LISEZ
Θα κλείσω τα μάτια
Fiction HistoriqueΟκτώβριος 1940. Η Δήμητρα γνωρίζει τον Μάριο μέσα από τις οικογένειές τους. Εκείνη είναι φίλη με την αδερφή του, εκείνος φίλος με τον αδερφό της. Όταν, όμως, το βράδυ της 28ης Οκτωβρίου μαθαίνουν στο πάρτι ενός βουλευτή ότι η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμ...
