Η γιαγιά καθόταν σε μια ξύλινη καρέκλα στη μέση του σαλονιού. Είχε περάσει μια εβδομάδα από τον βομβαρδισμό του Πειραιά και κανείς μας δεν είχε ξεπεράσει το σοκ και την απώλεια των δικών μας ανθρώπων.
Πλησίασα και την κοίταξα. Ήταν σκεπτική εδώ και μέρες και δεν μιλούσε πολύ.
-Γιαγιά μου, πώς είσαι; Θέλεις κάτι; την ρώτησα, καθισμένη στα γόνατα.
-Όχι, κορίτσι μου. Δεν θέλω τίποτα. Πήγαινε στη δουλειά σου, απάντησε κοιτώντας μπροστά της με αχάνατο βλέμμα.
-Γιαγιά, θέλω να έρθεις μαζί μου. Είναι Τρίτη σήμερα.
-Τρίτη ε; Ωστε πέρασε μόνο μια εβδομάδα... Μου φάνηκε σαν να πέρασαν χρόνια.
-Καταλαβαίνω τον πόνο σου, γιαγιακά μου.
-Όχι, Δημήτρα. Δεν καταλαβαίνεις... Μόνο όταν γίνεις μητέρα θα καταλάβεις.
Την κοίταξα και, αφού σηκώθηκα, πήρα το παλτό της και της το έδωσα.
-Γιατί το έφερες; με ρώτησε.
-Για να πάμε βόλτα. Είσαι μια εβδομάδα κλεισμένη εδώ και σκεφτόσουν συνέχεια. Δεν σε βοηθά καθόλου αυτό. Έλα να ξεχαστείς λίγο.
-Ό,τι και να κάνω, αυτό δεν φεύγει από το μυαλό μου.
-Έλα, σε παρακαλώ, γιαγιά.
-Καλά, καλά... θα έρθω, είπε και φόρεσε το παλτό της.
Βγήκαμε έξω και αρχίσαμε να περπατάμε αργά στον δρόμο.
-Πού θέλεις να πάμε; ρώτησα.
-Θέλω να δω τον γιο μου, είπε η γιαγιά, και ξεκινήσαμε προς το νεκροταφείο, όπου είχαμε θάψει όλους τους δικούς μας. Εγώ πήγαινα εκεί κάθε μέρα για επτά μέρες και μιλούσα πάνω από τους τάφους των γονιών μου.
-Δημήτρα! Γιαγιά! ακούσαμε από πίσω μας τον Φίλιππο να φωνάζει. Γυρίσαμε και τον κοιτάξαμε.
-Τι τρέχει, Φίλιππε; προχωράω, είπα. Εκείνος μας φίλησε στο μάγουλο.
-Πρέπει να πάμε στο μέρος... ξέρεις... υπάρχει ενημέρωση, είπε, και κοίταξα τη γιαγιά.
-Πάτε οι δυο σας εκεί που θέλετε, και εγώ θα πάω εκεί που πρέπει, είπε η γιαγιά.
-Όχι, γιαγιά. Θα έρθεις μαζί μας, είπε ο Φίλιππος.
-Ναι, θα έρθεις, είπα, και ξεκινήσαμε να προχωράμε.
Ο Φίλιππος κοίταζε συνεχώς πίσω μας, φοβούμενος μήπως μας παρακολουθούσε κάποιος.
-Είμαστε μια χαρά, είπε και μας κοίταξε.
-Φίλιππε, σ' αγαπώ, είπα και τον αγκάλιασα.
-Κι εγώ σ' αγαπώ, μικρή, είπε και με αγκάλιασε. Έβαλα το κεφάλι μου στο στήθος του και άκουγα την καρδιά του να χτυπά, όπως όταν ήμουν μικρή.
-Είσαι καλά; με ρώτησε.
-Απλά είχα ανάγκη από μια αγκαλιά, είπα και συνεχίσαμε να προχωράμε.
Καθόμασταν τα κυριότερα μέλη της οργάνωσης γύρω από το ξύλινο τραπέζι. Στην κεφαλή του, όπως πάντα, καθόταν ο Μάριος. Τον πρόσεχα εξεταστικά. Ήταν ανήσυχος, και τα καστανόπράσινα μάτια του κοιτούσαν κάτω στο τραπέζι. Κάτι τον απασχολούσε έντονα.
-Καλημέρα, είπε και πέρασε τα δάχτυλά του ανάμεσα από τα μαύρα μαλλιά του.
-Έχουμε μια απρόσμενη εξέλιξη σχετικά με την οργάνωση. Οι Γερμανοί συνέλαβαν κάποια από τα μέλη μας και τους βασανίζουν από χθες το βράδυ.
-Τα καημένα τα παιδιά... οι δικοί τους θα είναι χαλια, είπε η γιαγιά.
-Συμφωνώ, αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Έχουμε σώσει πολλούς από τα χέρια των Γερμανών και αυτή τη φορά δεν μας παίρνει, είπε ο Μάριος και χαμήλωσε το βλέμμα.
-Μην ανησυχείς. Θα γίνουν ήρωες για χάρη της πατρίδας, είπα, προσπαθώντας να τον καθησυχάσω.
-Έχει δίκιο η Δημήτρα, Μάριε, είπε η Χριστίνα.
-Το ξέρω, αλλά... είπε και σηκώθηκε όρθιος. Στάθηκε για λίγο να μας κοιτάξει και ύστερα βγήκε έξω από το δωμάτιο.
Μετά από λίγα λεπτά τον βρήκα στο δωμάτιο όπου κρύβαμε τα όπλα και τα πυρομαχικά. Είχε ένα όπλο στα χέρια του και το ετοίμαζε γρήγορα. Μόλις μπήκα, γύρισε να με κοιτάξει.
-Τι σκέφτεσαι να κάνεις; ρώτησα.
-Αυτό που έχεις στο μυαλό σου, απάντησε.
-Μόνος σου; Είσαι καλά;
-Δημήτρα, σε παρακαλώ, είπε και σήκωσε το όπλο του.
-Τι συμβαίνει; ρώτησε ο Νίκος καθώς μπήκαν με τον Φίλιππο, τον Παναγιώτη και τον Αβραάμ.
-Φίλε, τι κάνεις με το όπλο στο χέρι; ρώτησε ο Φίλιππος και αμέσως ήρθε κοντά του και του πήρε το όπλο από τα χέρια.
-Ήθελα να πάω να τους σώσω, απάντησε ο Μάριος.
-Δεν γίνεται. Αυτή τη στιγμή τους οδηγούν στο απόσπασμα.
Μετά το τέλος της συνεδρίασης, πήγαμε με τη γιαγιά, τον Φίλιππο και τον Νίκο στο σημείο όπου θα θάβαμε τους δικούς μας. Μόλις φτάσαμε, η γιαγιά έπεσε στο χώμα και άρχισε να κλαίει.
-Γιοκά μου! Έφυγες νωρίς! Εγώ έπρεπε να φύγω πρώτα... όχι εσύ!
-Γιαγιά μου, ηρέμησε, είπα και την χαιρέτησα στην πλάτη.
Ο Νίκος και ο Φίλιππος ήταν πάνω από τους τάφους της μητέρας τους αντίστοιχα. Ο Νίκος χαιδευε απαλά το χώμα, ενώ ο Φίλιππος έπαιρνε λίγο χώμα στη χούφτα του.
Εγώ πήγα κοντά στον Φίλιππο και τον αγκάλιασα. Κοιτάξαμε το χώμα που φαινόταν σκαμμένο.
-Δεν το πιστεύω... ότι οι γονείς μας είναι εδώ μέσα, είπα.
-Ούτε εγώ... δεν πρόλαβα να τους συναντήσω, να τους αγκαλιάσω... Γιατί έπρεπε να πάθω αμνησία;
-Δεν φταις εσύ. Ο καταραμένος πόλεμος φταίει. Μας χάρισε μόνο πόνο.
-Αν... τι θα γινόταν αν ερχόμουν λίγο πιο νωρίς; Όλα θα ήταν διαφορετικά.
-Τίποτα δεν θα άλλαζε.
-Πάμε να δούμε το σπίτι μας; Θέλω να δω άλλη μια φορά πώς έχει γίνει, είπε η γιαγιά.
-Ας μη πονέσουμε άλλο σήμερα, γιαγιακά μου, είπα.
YOU ARE READING
Θα κλείσω τα μάτια
Historical FictionΟκτώβριος 1940. Η Δήμητρα γνωρίζει τον Μάριο μέσα από τις οικογένειές τους. Εκείνη είναι φίλη με την αδερφή του, εκείνος φίλος με τον αδερφό της. Όταν, όμως, το βράδυ της 28ης Οκτωβρίου μαθαίνουν στο πάρτι ενός βουλευτή ότι η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμ...
