Είχαμε περάσει τη Θεσσαλονίκη εδώ και δύο ώρες και φτάναμε στην Καβάλα.
-Πόση ώρα θέλουμε για να φτάσουμε; ρώτησα ανυπόμονα.
-Μισή ώρα τουλάχιστον, ίσως και λίγο παραπάνω, απάντησε ο Αβραάμ.
-Τόσο πολύ;
-Μην αγχώνεσαι. Θα πάνε όλα καλά, είπε η Κατερίνα.
Δεν την κοίταξα. Κοιτούσα το τοπίο να περνά έξω από το άνοιγμα της κλούβας και έκλεισα τα μάτια μου, ονειρευόμενη. Σκεφτόμουν αν ο Φίλιππος θα με θυμόταν όταν με έβλεπε. Η Κατερίνα είχε πει πως είχε αναφέρει το όνομά μου. Σημαίνει ότι με θυμόταν...
Ξαφνικά άνοιξα τα μάτια. Η μηχανή της κλούβας είχε σβήσει. Πετάχτηκα όρθια.
-Φτάσαμε; ρώτησα την Ελισσάβετ.
-Ναι, μόλις, απάντησε ο Μάριος από τη θέση του οδηγού.
Κατέβηκα και αντικρίσαμε έναν μεγάλο κήπο με πεσμένα δέντρα. Πιο μέσα, ένα μισογκρεμισμένο κτίριο στέκονταν έτοιμο να καταρρεύσει, με μισή οροφή χαμένη και τοίχους σπασμένους.
-Ο αδερφός μου... Που είναι ο αδερφός μου; Θα τρελαθώ! φώναξα και άρχισα να χτυπάω τα χέρια μου.
-Ηρέμησε, είπε ο Μάριος και με έκλεισε στην αγκαλιά του.
-Πώς να ηρεμήσω, Μάριε; είπα και με μια κίνηση βγήκα από την αγκαλιά του, τρέχοντας προς το μισογκρεμισμένο κτίριο.
Μπήκα από την υποτιθέμενη είσοδο και είδα παντού σωρούς από σοβά, τούβλα και διαλυμένα κρεβάτια. Κάτω από ένα κρεβάτι, δύο πτώματα. Πλησίασα, σήκωσα τα πράγματα που τα σκέπαζαν και είδα τα πρόσωπά τους. Ήταν σαπισμένα, αλλά αναγνωρίσιμα.
Ανακουφίστηκα όταν συνειδητοποίησα ότι κανένα δεν ήταν ο Φίλιππος. Προχώρησα τρέχοντας, απελπισμένα, ψάχνοντας παντού.
-Δημήτρα, μη τρέχεις! φώναξε ο Μάριος από πίσω, προσπαθώντας να με φτάσει.
Σταμάτησα και γύρισα να τον κοιτάξω. Μου έπιασε τους ώμους και χάιδεψε το μάγουλό μου τρυφερά.
-Γιατί το κάνεις αυτό; ρώτησα.
-Αφού βλέπεις ότι το κτίριο είναι βομβαρδισμένο...
-Ψάχνω τον αδερφό μου, είπα και εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ο Αβραάμ, κρατώντας ένα όπλο.
-Δεν είναι κανείς εδώ, εκτός από πεθαμένους που φαίνεται ότι πέθαναν πριν ένα μήνα, είπε.
-Μα δεν γίνεται... κάπου θα τους πήγαν ζωντανούς εδώ κοντά, είπα.
-Πάμε να φύγουμε, είπε ο Μάριος.
-Θα πάμε να ψάξουμε, ρώτησα.
-Είσαι με τα καλά σου; Κινδυνεύουμε όλοι και το ξέρεις.
Βγήκαμε έξω από το κτίριο. Η Κατερίνα και ο Νάσος μας περίμεναν.
-Είχες πει πως ήταν εδώ! είπα με τα μάτια μου να πετάνε σπίθες οργής.
-Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που έφυγα. Δεν ήξερα τι γινόταν εδώ πέρα, είπε η Κατερίνα ήρεμα.
-Αν θυμηθεί, θα γυρίσει πίσω, είπε ο Νάσος.
-Αν... Αυτό το αν μου φαίνεται τόσο μακρινό, είπα και προχώρησα προς το φορτηγάκι, αγνοώντας τα βλέμματα των άλλων.
-Πού πας; με ρώτησε ο Μάριος και μου έπιασε το χέρι.
-Πάω να ψάξω τον Φίλιππο, είπα δυναμικά.
-Δημήτρα, τρελάθηκες;
-Ναι! φώναξα και προσπάθησα να φύγω.
-Δεν θα πας πουθενά, είπε και κράτησε σφιχτά το χέρι μου.
-Μάριε, πονάω! Άσε με! είπα και το άφησε.
-Δεν θέλω να πάθεις κάτι. Σ' αγαπώ, δεν το καταλαβαίνεις;
-Το καταλαβαίνω, αλλά πρέπει να τον βρω. Θα ρωτήσω παντού.
-Δεν θα τον βρεις. Κανείς δεν θα μιλήσει. Όλοι φοβούνται, είπε ο Μάριος.
-Έχει δίκιο, είπε ο Ζάχαρης.
-Μα δεν γίνεται να τον αφήσουμε εδώ, είπα.
-Σήμερα δεν μπορούμε να ψάξουμε για εκείνον, είπε ο Μάριος.
Περπατούσα γρήγορα, ώσπου ένιωσα κάτι να με χτυπά στο κεφάλι και έπεσα κάτω.
Άνοιξα τα μάτια. Ήμουν στο φορτηγάκι. Η Ελισσάβετ, η Κατερίνα, η Αθανασία, ο Νάσος και ο Ζάχαρης καθόντουσαν, κοιτώντας έξω.
-Ποιος με χτύπησε; ρώτησα.
-Εγώ, είπε ο Νάσος.
-Μα γιατί;
-Ήταν διαταγή. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, είπε ο Μάριος.
-Θα μπορούσε να με σκοτώσει! φώναξα.
-Ναι, αλλά δεν το έκανε. Εσύ μας άφησες μόνο μια επιλογή. Είσαι πεισματάρα, ξέρεις;
-Όλοι μου το λένε, ειδικά ο Φίλιππος, είπα χαμηλώνοντας το βλέμμα.
-Κάποια στιγμή θα επιστρέψουμε και θα τον ψάξουμε.
-Πού είμαστε; ρώτησα.
-Στην Κομοτηνη. Από εκεί θα μας πάρει ένα μικρό πλοιάριο, είπε ο Μάριος, κοιτώντας με από τον καθρέφτη.
YOU ARE READING
Θα κλείσω τα μάτια
Historical FictionΟκτώβριος 1940. Η Δήμητρα γνωρίζει τον Μάριο μέσα από τις οικογένειές τους. Εκείνη είναι φίλη με την αδερφή του, εκείνος φίλος με τον αδερφό της. Όταν, όμως, το βράδυ της 28ης Οκτωβρίου μαθαίνουν στο πάρτι ενός βουλευτή ότι η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμ...
