24° ΚΕΦΑΛΑΙΟ

169 11 2
                                        


-Δεν το πιστεύω! Πότε γυρίσατε, αγόρι μου; ρώτησε η γιαγιά και τον αγκάλιασε σφιχτά.

Αισθανόμουν σαν να βρισκόμουν σε όνειρο. Πίστευα ότι ο Νίκος και οι υπόλοιποι είχαν χαθεί για πάντα στην Αλεξάνδρεια, κι όμως τώρα η εικόνα μπροστά μου ήταν ζωντανή και αληθινή.

-Σήμερα τα ξημερώματα... μας κατάλαβαν οι Γερμανοί, ψιθύρισε ο Νίκος. Ήμασταν λαθρεπιβάτες σε ένα πλοίο που μετέφερε τρόφιμα από την Αλεξάνδρεια, κι από πίσω του διέκρινα τον Αβραάμ, τον Βασίλη, τον Ζαχάρη και τον Νάσο.
-Μας ψάχνουν για να μας συλλάβουν. Με μεγάλη δυσκολία καταφέραμε να ξεφύγουμε όταν ένας Γερμανός στρατιώτης μας εντόπισε εκεί που κρυβόμασταν πίσω από τις κούτες, συνέχισε.

Η γιαγιά πήρε αμέσως την πρωτοβουλία:
-Θα σας πάμε στο σπίτι. Δεν θα σας αφήσω να σας πιάσουν.

-Μα αν μας δουν όλους μαζί, θα καταλάβουν και θα σας συλλάβουν κι εσάς, είπε ο Αβραάμ.
-Τι άντρες είστε εσείς, μωρέ; κορόιδεψε η γιαγιά, και τα παιδιά έσκυψαν τα κεφάλια.

-Το σχέδιο είναι το εξής: πρώτα θα πάω εγώ με κάποιους από έναν δρόμο, και μετά η Δημήτρα θα πάρει τους υπόλοιπους από έναν πιο απομονωμένο δρόμο, είπε η γιαγιά ψιθυριστά.
-Καλή ιδέα, γιαγιά. Νίκο, Βασίλη και Νάσο πάτε με τη γιαγιά. Ζαχάρη και Αβραάμ, ελάτε μαζί μου, είπα.
-Εγώ θα πάω από τον κανονικό δρόμο. Ξέρεις πού να πας; ρώτησε η γιαγιά κοιτάζοντάς με.
-Ναι... ξέρω, είπα, αναρωτώμενη αν όντως ήξερα.

Ξεκινήσαμε, αμίλητοι, και μόνο ο Αβραάμ έσπασε τη σιωπή:
-Μίλησες καθόλου με τη γυναίκα μου;
-Είναι στο σπίτι μου, είπα ήρεμα.
-Στο σπίτι σου; Μα πώς; ρώτησε, και η ψυχραιμία του με ξένισε.
-Ήρθε μόνη της με το παιδί σας για να την κρύψω από τους Γερμανούς, που είχαν εισβάλει στο σπίτι σας, είπα, κοιτάζοντάς τον από την άκρη του ματιού μου.

Τα μάτια του ήταν βουρκωμένα και κόκκινα.
-Το ήξερα ότι κάποια στιγμή θα γινόταν, αλλά νόμιζα ότι θα ήμασταν όλοι μαζί, είπε με τρεμάμενη φωνή.
-Στον πόλεμο δεν μπορείς να ξέρεις τίποτα, είπε ο Ζαχάρης, χτυπώντας τον Αβραάμ ελαφρά στον ώμο.

Συνεχίσαμε να περπατάμε στα μικρά δρομάκια της Αθήνας. Όταν φτάσαμε στην πίσω πλευρά του Αγίου Σπυρίδωνα, κοίταξα πίσω τους δύο άντρες:
-Το μόνο που μένει είναι να περάσουμε αθόρυβα απέναντι. Τα υπόλοιπα είναι παιχνιδάκι, είπα.
-Δεν μπορώ... φοβάμαι, ψιθύρισε ο Αβραάμ.
-Πρέπει. Δεν θέλεις να δεις τη γυναίκα σου και τη μικρή σου πριγκίπισσα;
-Το θέλω όσο τίποτα στον κόσμο, είπε και άρχισε να περπατάει ξανά.

Λίγα λεπτά μετά φτάσαμε στη γειτονιά μου. Τα παντζούρια όλων των σπιτιών ήταν ερμητικά κλειστά, και δεν ακουγόταν κανένας ήχος. Φοβόμουν να περπατήσω γρήγορα, καθώς οι λασπωμένες γόβες μου θόρυβο δημιουργούσαν σε κάθε βήμα.

Κοιτάζοντας δεξιά, είδα το σπίτι μας. Τα καφέ παντζούρια ήταν ελαφρώς ανοιχτά. Μια ανατριχίλα με κατέλαβε· φοβήθηκα ότι οι Γερμανοί ίσως είχαν κάνει έφοδο και... ότι όλοι θα ήταν νεκροί.

Άνοιξα αργά την πόρτα και μπήκα στον κήπο, η λάσπη κολλημένη στα παπούτσια μου. Σε λίγα δευτερόλεπτα, βρέθηκα στην πόρτα του σπιτιού και την άνοιξα.

Όλοι ήταν εκεί. Ακόμη και ο Μάριος με τη Χριστίνα. Η ανακούφιση με κατέβαλε.

-Ήρθατε επιτέλους; ρώτησε η μητέρα και με αγκάλιασε.
-Όπως βλέπεις, είπα, απλώνοντας τα χέρια μου γύρω από τη μέση της.
-Μόλις μας είπε η γιαγιά τι έγινε... ανησυχήσαμε τόσο πολύ.
-Δεν χρειάζεται πια. Όπως βλέπεις, είμαστε όλοι καλά, είπα, κοιτάζοντας τον Αβραάμ που αγκαλιάζει τη Σάρα και τη μικρή Ελισάβετ.

Πλησίασα τον Μάριο και τη Χριστίνα.
-Όπως φαίνεται, είσαι αρκετά γενναία, μου είπε η Χριστίνα.
-Αυτό φαινόταν από την πρώτη στιγμή, Χριστίνα, είπε ο Μάριος και με έκλεισε στην αγκαλιά του.

Ξαφνικά ένιωσα τόσο αδύναμη, λες και όλη η δύναμη και το θάρρος που είχα πριν εξαφανίστηκαν με ένα άγγιγμα. Κάθε φορά που ήμουν μαζί του, ένιωθα ότι ήταν εκεί για μένα, για να με προστατεύει, και εγώ δεν χρειαζόταν να κάνω τίποτα. Τότε δεν το καταλάβαινα, αλλά χρόνια αργότερα συνειδητοποίησα ότι αυτό που ένιωθα για τον Μάριο ήταν έρωτας. Ένας βαθύς, αμετάβλητος έρωτας, μέσα στον χρόνο και τις δυσκολίες που ήρθαν μετά.

Θα κλείσω τα μάτια Geschichten, die süchtig machen. Entdecke jetzt