⸻
Περπατούσαμε δέκα λεπτά, ώσπου φτάσαμε έξω από το σπίτι μου. Κοίταξα την αυλή, άδεια από λουλούδια και δέντρα, με τα χόρτα στο έδαφος μαραμένα. Το σπίτι έμοιαζε εγκαταλελειμμένο.
• Είναι κανείς μέσα; ρώτησα.
• Τι ερώτηση είναι αυτή; Φυσικά και είναι, απάντησε ο Νίκος.
Μπήκαμε από την εξώπορτα, η οποία μόλις την άνοιξε ο Νίκος έκανε έναν μακρόσυρτο ήχο. Αφού τον κοιτάξαμε, μπήκα στην αυλή, ενώ ο Νίκος προχώρησε μέσα με την Ελισσάβετ, την Κατερίνα και την Αθανασία. Ο Μάριος με τον Παναγιώτη, τον Νάσο και τον Ζαχάρη έμειναν έξω.
• Δεν θα έρθετε; ρώτησα.
• Όχι. Θα πάμε κάπου αλλού εμείς. Δεν χρειάζεται να είμαστε πολλοί μέσα στο σπίτι, είπε ο Μάριος.
• Θα έχετε να πείτε και πολλά, είπε ο Παναγιώτης.
• Πάμε μέσα να μην μας δουν, είπε ο Νίκος και άρχισε να προχωράει.
• Να προσέχετε, είπα, κοιτάζοντας τον Μάριο.
• Έλα, Δημήτρα, είπε ο Νίκος, κι εγώ τον ακολούθησα.
Προχωρήσαμε γρήγορα και μετά από λίγο φτάσαμε στην πόρτα του σπιτιού. Ο Νίκος χτύπησε και ακούστηκαν βήματα, έπειτα σιωπή. Χτύπησε ξανά συνθηματικά και τότε η πόρτα άνοιξε. Η μητέρα στεκόταν εκεί.
• Δημήτρα! Δημήτρα, κοριτσάκι μου! είπε και με αγκάλιασε. Με είχε αναγνωρίσει, παρόλο που είχα αλλάξει τόσο.
• Ελάτε μέσα, είπε, κοιτάζοντας προσεκτικά γύρω.
Μπήκαμε μέσα και μόλις μας είδαν, ο πατέρας και η γιαγιά έμειναν εκπληκτοί.
• Εγγονά μου! Γυρίσατε, είπε η γιαγιά, σηκώθηκε από την πολυθρόνα και μας αγκάλιασε. Το ίδιο έκανε και ο πατέρας.
• Τι έγινε; Γιατί τόση φασαρία; ρώτησε η θεία Αντιγόνη.
• Δημήτρα! Νίκο! είπε και έπεσε στην αγκαλιά του Νίκου.
• Γιε μου! Παιδί μου, πόσο μου έλειψες! είπε.
• Κι εμένα μου έλειψες πολύ, μητέρα, είπε ο Νίκος.
Εκείνη τη στιγμή ήρθε η Αιμιλία με τον Αβραάμ, κρατώντας τη μικρή Ελισσάβετ στα χέρια. Είχε μεγαλώσει τόσο μέσα σε έναν χρόνο.
Εκείνη την ημέρα μιλήσαμε για ώρες. Αφηγηθήκαμε όλη την απόδραση, πώς φτάσαμε στον Κάιρο, μετά στην Αλεξάνδρεια, και τέλος για το ναυάγιο στην Κρήτη.
• Εσείς πώς τα βγάλατε πέρα όλον αυτόν τον καιρό; Δυσκόλεψαν κι άλλο τα πράγματα; ρώτησε ο Νίκος.
• Αχ! Με το ζόρι τα βγάζουμε πέρα. Βλέπεις, είμαστε πολλοί στο σπίτι, είπε η μητέρα.
• Δόξα τω Θεώ να λέτε, που έχουμε μια στέγη πάνω από το κεφάλι μας. Άλλοι δεν έχουν ούτε αυτήν, είπε η γιαγιά.
• Η Σάρα πώς είναι, Αβραάμ; ρώτησα, και τον είδα να χαμηλώνει το κεφάλι.
• Δεν άντεξε. Την χάσαμε πριν είκοσι μέρες. Ήταν πολύ χάλια, είπε, κοιτάζοντας την κόρη του που έπαιζε με μια κούκλα.
• Της μοιάζει τόσο, είπε.
YOU ARE READING
Θα κλείσω τα μάτια
Historical FictionΟκτώβριος 1940. Η Δήμητρα γνωρίζει τον Μάριο μέσα από τις οικογένειές τους. Εκείνη είναι φίλη με την αδερφή του, εκείνος φίλος με τον αδερφό της. Όταν, όμως, το βράδυ της 28ης Οκτωβρίου μαθαίνουν στο πάρτι ενός βουλευτή ότι η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμ...
