41° ΚΕΦΑΛΑΙΟ

134 7 0
                                        


Ένας άντρας με τη στολή του ελληνικού στρατού περπατούσε ανάμεσα στα ερείπια του Πειραιά. Τα πυκνά του γένια και τα μακριά του μαλλιά ήταν γεμάτα σκόνη.

-Το σπίτι μου... που είναι; μονολόγησε, κοιτάζοντας την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα. Κάποιοι τοίχοι της είχαν καταρρεύσει εντελώς.

Έτρεξε απέναντι από την εκκλησία και βρήκε στη θέση του σπιτιού του μόνο ερείπια. Ο αυλόγυρος ήταν πεσμένος, όπως και το υπόλοιπο σπίτι. Όλα ήταν ένας σωρός από πέτρες.

Οι δικοί του ζούσαν. Ήταν σίγουρος. Άρχισε να σκάβει μέσα στο σωρό με όλη του τη δύναμη.

-Μητέρα, πατέρα, αδελφούλα, γιαγιά! φώναξε και έπεσε κλαίγοντας.
-Δεν γίνεται να πεθανατε, είπε και συνέχισε να σκάβει.

Ένα γυναικείο χέρι εμφανίστηκε από την τρύπα που άνοιξε. Ο άντρας το κοιτάξε, άρπαξε για να βρει σφυγμό, αλλά δεν μπορούσε.

-Όχι... δεν γίνεται. Μητέρα! φώναξε.

Αρχισα να τρέχω προς το σπίτι με τον Νίκο και τη γιαγιά να με ακολουθούν. Απελπίστηκα όταν διαπίστωσα ότι όλα γύρω μας ήταν ερείπια. Φτάσαμε στην εκκλησία και τότε η γιαγιά άρχισε να κλαίει δυνατά.

-Δεν το πιστεύω... όλα χάθηκαν, είπε.

Φτάσαμε έξω από το σπίτι. Δεν υπήρχε πλέον τίποτα. Όλα ήταν μια στοίβα από πέτρες. Κοιτάξαμε τον κήπο και μετά το σπίτι. Τότε είδα έναν άντρα να είναι ξαπλωμένος πάνω στα ερείπια.

-Ποιος είναι εκεί; ρώτησα και έτρεξα κοντά του.
-Δεν πρόλαβα να σας πω πόσο σας αγαπώ, είπε ο άντρας, και αναγνώρισα αμέσως τη φωνή του. Δεν γίνεται... είναι αυτός που σκέφτομαι, είπα στον εαυτό μου.

-Κύριε... είστε καλά; ρώτησε ο Νίκος. Ο άντρας, μετά από λίγο, σήκωσε το κεφάλι και μας κοίταξε. Η γιαγιά είδε ένα χέρι να εξέχει από τα ερείπια.

-Γιαγιά, Δημητρά; Εγώ είμαι ο Φίλιππος.

Τον κοίταξα στα μάτια και κατάλαβα πως ήταν ο αδερφός μου. Σηκώθηκε όρθιος και με αγκάλιασε, ενώ ο Νίκος βοηθούσε τη γιαγιά να βγάλει τις βαριές πέτρες από το σωρό, που είχε μετατραπεί στο σπίτι μας.

-Ήξερα πως είσαι ζωντανός. Και η μητέρα το ήξερε, είπα.
-Όμως τώρα δεν ζει εκείνη, είπε και με μια κίνηση έπεσε στα γόνατα και άρχισε να σκάβει.

Μετά από ώρες ανακαλύψαμε τα πτώματα της μητέρας, του πατέρα, της θειας Αντιγόνης και της αδελφής της, Αιμιλίας. Όλοι ήταν σκεπασμένοι από τα ερείπια. Δεν είχαν προλάβει να σωθούν.

Καυτά δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά μου μόλις συνειδητοποίησα ότι δεν θα τους ξαναέβλεπα.

-Δεν μπορώ άλλο να είμαι δυνατή, είπα και ο Φίλιππος με αγκάλιασε.
-Το πρωί είχα μαλώσει με τον πατέρα. Έφυγα θυμωμένη και δεν πρόλαβα να του πω πόσο τον αγαπώ.
-Η μητέρα θα σε φίλησε πριν φύγεις, είπε ο Φίλιππος.
-Ναι... μου είπε να προσέχω, αλλά εκείνη υπέστη το κακό.

Ο Φίλιππος και ο Νίκος πήραν πρώτοι τα πτώματα της μητέρας και της θειας Αντιγόνης και τα πήγαμε στο νεκροταφείο που ήταν κοντά. Εγώ και η γιαγιά σκάβαμε με τα χέρια. Πολλοί γύρω μας έκαναν το ίδιο, φτιάχνοντας μικρούς λάκκους για τους δικούς τους. Η γιαγιά συνέχιζε να κλαίει, τραγουδώντας ένα σμυρναίικο μοιρολόι.

Οι ώρες πέρασαν βασανιστικά μέχρι να θαφτούν όλοι οι νεκροί. Κοιτάζω το ρολόι μου: εφτά και είκοσι.

-Τι ώρα είναι; ρώτησε ο Νίκος.
-Εφτά και είκοσι, απάντησα με άδεια ματιά. Παντού υπήρχε ο θάνατος.
-Είσαι καλά; με ρώτησε ο Φίλιππος.
-Βλέπεις να είμαι καλά; Πώς σου μοιάζω; Χαρούμενη; φώναξα.

Τότε ακούστηκε ο ήχος από αεροπλάνα.
-Πάλι θα μας βομβαρδίσουν! Θεέ μου, βοήθα μας! είπε η γιαγιά.
-Γρήγορα, πάμε να κρυφτούμε, είπε ο Νίκος. Η γιαγιά κάθισε πάνω από τον τάφο του πατέρα.
-Εγώ θα μείνω εδώ. Εσείς πηγαίνετε να σωθείτε, είπε.
-Γιαγιά... σε παρακαλώ. Κι εγώ πονάω. Έχασα ξαφνικά και τους δύο μου γονείς.

Φύγαμε αμέσως από τον Πειραιά, ενώ οι βόμβες τραντάζανε τα πάντα γύρω μας.
Φτάσαμε στον Κορυδαλλό, στο σπίτι του Μαρίου, και οι πυκνοί καπνοί από τον Πειραιά φαίνονταν ακόμη. Μπήκαμε στην αυλή και πριν φτάσουμε στην πόρτα, την άνοιξε ο Μάριος και βγήκαν έξω μαζί με τη Χριστίνα.

-Δημήτρα! Είσαι καλά; ρώτησε ο Μάριος και με αγκάλιασε σφιχτά.
Έχωσα το κεφάλι μου στην αγκαλιά του και άρχισα να κλαίω.

-Όλοι οι υπόλοιποι χάθηκαν, είπα.
-Κουράγιο. Ξέρω πόσο πονάς, είπε και χάιδεψε την πλάτη μου.

Μπήκαμε μέσα και η Χρυσούλα κοίταξε πρώτα εμένα και μετά τη γιαγιά.
-Η Αλεξάνδρα και ο Άγγελος; ρώτησε.
-Δεν υπάρχουν πια, απάντησε η γιαγιά.
-Χριστέ μου... δεν το πιστεύω, είπε και ξέσπασε σε κλάματα.

Τότε ήρθε ο πατέρας του Μαρίου.
-Κώστα... η Αλεξάνδρα και ο Άγγελος χάθηκαν στον βομβαρδισμό, του είπε, και εκείνος χαμήλωσε το κεφάλι.

Θα κλείσω τα μάτια Where stories live. Discover now