25° ΚΕΦΑΛΑΙΟ

167 11 6
                                        



Οκτώβριος 1942

Το αεράκι του Οκτωβρίου είχε κάνει την εμφάνισή του. Καθόμουν στο κρεβάτι μου με την πλεκτή ζακέτα που είχε πλεξει η γιαγιά. Ξαπλωμένη στο πάτωμα, η Σάρα κοιμόταν, ενώ δίπλα της καθόταν η Ελισάβετ, παρακολουθώντας την με αθώα μάτια.

Σηκώθηκα και πήγα μπροστά στον καθρέφτη. Το πρόσωπό μου ήταν χλωμό, το σώμα μου αδυνατισμένο, και το φόρεμα που φορούσα μου ήταν μεγάλο. Έκλεισα τα μάτια, προσπαθώντας να μην σκέφτομαι.

Ξαφνικά άκουσα την Ελισάβετ να φωνάζει. Γύρισα απότομα και πλησίασα.
-Τι έπαθες, αγάπη μου; ρώτησα, σκύβοντας στα γόνατα.

Η Ελισάβετ με κοίταξε με τα αθώα της μάτια, δύο χρονών ήταν τότε και δεν καταλάβαινε ακόμα τα όσα συνέβαιναν γύρω της.

Η Σάρα ξύπνησε τότε, με έναν βήχα που τραντάξε όλο το κορμί της.
-Είσαι καλά; την ρώτησα.
-Ναι... απάντησε, αλλά μία ακόμη κρίση βήχα την τραντάζει.

Μικρές κηλίδες αίματος εμφανίστηκαν στο φόρεμά της.
-Σάρα; είπα τρομαγμένη. Εκείνη κοίταξε το αίμα και άρχισε να κλαίει.
-Πάρε το παιδί από κοντά μου. Δεν πρέπει να κολλήσει, είπε η Σάρα, και πήρα την Ελισάβετ στην αγκαλιά μου.

Ο Αβραάμ μπήκε ξαφνικά στο δωμάτιο.
-Σάρα, είσαι καλά;

Κοίταξε το ασπρόχρομο φόρεμά της, γεμάτο κόκκινες πιτσιλιές.
-Είσαι άρρωστη; ρώτησε, κάθισε δίπλα της.
-Δεν βλέπεις; Σε λίγο καιρό θα πεθάνω... είπε η Σάρα, κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς.
-Δεν θα πεθάνεις, Σάρα. Θα ζήσεις. Θα δούμε την κόρη μας να μεγαλώνει.
-Αβραάμ, μην προσπαθείς να με εμψυχώσεις. Ξέρω ότι όσοι παθαίνουν φυματίωση καταλήγουν νεκροί, είπε κοιτάζοντάς τον στα μάτια.

Ο Αβραάμ κατέβασε το κεφάλι και στο δωμάτιο επικράτησε σιωπή.

Πήρα την Ελισάβετ στην αγκαλιά μου και κατευθύνθηκα στο σαλόνι, με τον Αβραάμ αργά πίσω μου. Εκεί ήταν όλοι οι υπόλοιποι.
-Τι έγινε, κορίτσι μου; ρώτησε η γιαγιά από την πολυθρόνα της.
-Η Σάρα είναι άσχημα... είπα.
-Την ακούσαμε να βήχει δυνατά, είπε η θεία.
-Ναι, φαίνεται ότι έχει φυματίωση, είπε ο Αβραάμ.
-Το καημένο το κορίτσι, είπε η Αιμιλία.
-Αν πεθάνει, δεν θα έχω κανέναν πια... Θα μείνω μόνη με τη μικρή, είπε ο Αβραάμ.
-Θα έχεις εμάς. Θα είμαστε η οικογένειά σου, είπα κοιτάζοντας τον πατέρα μου στον φθαρμένο καναπέ.
-Ναι, αγόρι μου. Θα σε έχω σαν γιο μου, είπε ο πατέρας.

Ξαφνικά ακούστηκε ξανά η Σάρα να βήχει. Έτρεξα στο δωμάτιό της με ένα ποτήρι νερό και της το έδωσα.
-Είναι πολύ αλμυρό... είπε, παίρνοντας μια μικρή γουλιά.
-Γέμισα μια κατσαρόλα από τη θάλασσα. Έχουμε διακοπή νερού.
-Χειροτερεύουν τα πράγματα... Μακάρι να πεθάνω πριν χειροτερέψουν κι άλλο...
-Τι είναι αυτά που λες; Ο Αβραάμ δεν θα αντέξει να σε χάσει.
-Είναι δυνατός. Θα τα καταφέρει και χωρίς εμένα, είπε η Σάρα και έκλεισε τα μάτια.
-Νιώθω εξαντλημένη...
-Καλά, θα σε αφήσω να κοιμηθείς.

Θα κλείσω τα μάτια Where stories live. Discover now