⸻
Τώρα καθόμασταν όλοι στο σαλόνι και κοιτούσαμε τον Μάριο, που ετοιμαζόταν να μιλήσει.
-Τι έγινε, Μάριε; Πες μου μόνο ότι δεν πρέπει να φύγουμε πάλι, είπα.
-Όχι, δεν θα φύγουμε.
-Είστε προστατευμένοι για το άμεσο μέλλον, είπε η Χριστίνα, και ο Μάριος την κοίταξε.
-Χριστίνα, θα παρακαλούσα να μην με διακόπτεις, είπε.
-Ο Φον Βάγκχεν και ο αδελφός του μας έψαχναν παντού όλον αυτόν τον καιρό. Απειλήθηκαν θεοί και δαίμονες για να μας βρουν.
-Κινδυνεύουμε ακόμα; ρώτησε ο Νίκος.
-Όχι πια. Και οι δύο σκοτώθηκαν πριν από τρεις μήνες, εκεί που ήταν φυλακισμένες η Δήμητρα και οι υπόλοιπες.
-Η οργάνωση το έκανε; ρώτησα.
-Ναι. Με την επιτυχή οργάνωση και διοίκηση της αδελφής μου, της Χριστίνας, που ήταν αντικαταστάτριά μου όσο έλειπα.
-Χριστίνα μου! Χαίρομαι τόσο πολύ για σένα. Είσαι πραγματικά πολύ δυνατή, είπα.
-Σκοτώσατε ανθρώπους μέσω μιας παράνομης οργάνωσης και χαίρεστε; είπε η Ελισάβετ, και διέκρινα την απέχθεια στα μάτια της.
-Ελισάβετ μου, ηρέμησε. Πρέπει να καταλάβεις ότι αυτό έγινε για το καλό μας. Αν δεν στήνονταν αυτή η επιχείρηση, θα γυρίζαμε στην πατρίδα μετά από αρκετά χρόνια.
-Δεν με νοιάζει, αλλά αρκετές ζωές δεν χάνονται καθημερινά στους δρόμους; Πρέπει να σκοτώνουμε κι εμείς;
-Μα, οι κατακτητές φταίνε που οι δικοί μας άνθρωποι πεθαίνουν στους δρόμους. Το αξίζουν αυτό, είπα.
-Κανένας άνθρωπος δεν αξίζει να πεθάνει, όμως όταν υπάρχει πόλεμος, τα πάντα επιτρέπονται, είπε η Χριστίνα.
-Πολύ σωστά. Στον καιρό αυτό που ζούμε, η ανθρώπινη ζωή έχει εξευτελιστεί, είπε ο Νίκος, και η Ελισάβετ σηκώθηκε και πήγε στο δωμάτιό μου, που το μοιραζόμασταν με την Κατερίνα και την Αθανασία.
-Πειράχτηκε πολύ, αλλά δεν την φοβάμαι· θα το ξεπεράσει σε λίγες μέρες, είπε η Αθανασία, και μας κοίταξε όλους έναν-έναν.
-Τι οργάνωση είναι αυτή που λέγατε; ρώτησε.
-Μια οργάνωση που πολεμάει ενάντια στους κατακτητές και προσπαθεί να τους κάνει να φύγουν επιτέλους από τον τόπο μας, είπε η Χριστίνα.
-Υπάρχουν πολλές τέτοιες οργανώσεις σε όλη την Ελλάδα, είπε ο Μάριος.
-Γίνεται να μπούμε κι εμείς; ρώτησε η Κατερίνα.
-Φυσικά και μπορείτε, είπα.
-Ωραία. Εγώ θέλω να πάρω μέρος, είπε η Κατερίνα, και όλοι κοιτάξαμε την Αθανασία.
-Και εγώ θέλω, είπε εκείνη.
-Από εδώ και πέρα, λοιπόν, έχουμε δύο καινούργια μέλη στην οργάνωση μας, είπε ο Μάριος και έβγαλε μερικές προκηρύξεις από την τσέπη του παντελονιού του.
-Πότε πρόλαβες να τις φτιάξεις; ρώτησε ο Νίκος.
-Η Χριστίνα τις έφτιαξε, και σας πληροφορώ ότι είναι πολύ καλές, είπε ο Νίκος, κοιτάζοντας την Κατερίνα και την Αθανασία.
-Είστε πρόθυμες να αναλάβετε την πρώτη σας αποστολή; ρώτησε.
-Ναι, απάντησε η Κατερίνα, κοιτάζοντας την Αθανασία.
-Ωραία, λοιπόν. Αυτές οι προκηρύξεις θα πρέπει να σκορπιστούν αύριο βράδυ στους δρόμους της Αθήνας.
-Τους δικούς μας πότε θα τους δούμε; ρώτησε η Αθανασία, και ο Μάριος έμεινε σκεπτικός για λίγο.
-Ήθελα να το πω αυτό σε όλες σας, αλλά, αφού δεν είναι εδώ η Ελισάβετ, θα το πει μια από εσάς, είπε.
-Τι έχει γίνει; Κάτι κακό; ρώτησε η Κατερίνα.
-Ναι. Αθανασία μου, ο πατέρας σου, μαζί με τον άντρα της Κατερίνας και τους γονείς της Ελισάβετ εκτελέστηκαν τον καιρό μετά τη φυγή μας.
-Η μητέρα μου πού είναι; ρώτησε η Αθανασία.
-Η τύχη της αγνοείται.
-Ο γιος μου; ρώτησε η Κατερίνα, κλαίγοντας.
-Απ' ό,τι έμαθα, είναι σε κάποιο ορφανοτροφείο στο Αιγάλεω.
-Να πάμε να τον πάρουμε. Θέλω τον γιο μου, είπε.
-Θα πάμε να τον βρούμε αύριο, Κατερίνα, είπα.
⸻
Το επόμενο πρωί πήγαμε στο Αιγάλεω με τον Νίκο για να πάρουμε τον γιο της Κατερίνας. Μπήκαμε μέσα και είδαμε πολλές γυναίκες να πηγαινοέρχονται. Μία από αυτές μας είδε και πλησίασε.
-Καλημέρα σας. Μπορώ να σας βοηθήσω; μας ρώτησε.
-Φέρανε το παιδί μου εδώ, είπα.
-Φιλοξενούμε πολλά παιδιά. Πότε το έφεραν περίπου;
-Πριν ένα χρόνο, είπα, και η γυναίκα με κοίταξε παράξενα.
-Νοσηλευόμουν με αμνησία σε μια κλινική, και όταν γύρισα ο άντρας και το παιδί μου έλειπαν από το σπίτι μας, είπα, και τότε η γυναίκα κοίταξε τον Νίκο που στεκόταν δίπλα μου.
-Είμαι ο αδερφός της κοπέλας, είπε ο Νίκος.
-Έχετε καμία φωτογραφία του παιδιού; ρώτησε ευγενικά η γυναίκα.
-Ναι, απάντησα, και έβγαλα μια φωτογραφία από την τσέπη του σακακιού μου, που μου την είχε δώσει η Κατερίνα.
-Ακολουθήστε με, είπε η νοσοκόμα, αφού είδε τη φωτογραφία, και μας οδήγησε σε ένα δωμάτιο με πολλά παιδιά.
Στο βάθος διέκρινα το αγόρι να παίζει με ένα άλλο παιδάκι στην ηλικία του. Έτρεξα γρήγορα προς το μέρος του και έσκυψα.
-Γεια σου, μικρέ μου. Ήρθα να σε πάω στη μαμά, είπα και τον αγκάλιασα.
YOU ARE READING
Θα κλείσω τα μάτια
Historical FictionΟκτώβριος 1940. Η Δήμητρα γνωρίζει τον Μάριο μέσα από τις οικογένειές τους. Εκείνη είναι φίλη με την αδερφή του, εκείνος φίλος με τον αδερφό της. Όταν, όμως, το βράδυ της 28ης Οκτωβρίου μαθαίνουν στο πάρτι ενός βουλευτή ότι η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμ...
