39° ΚΕΦΑΛΑΙΟ

140 10 7
                                        


Δεκέμβριος 1943

Ήταν Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου. Αυτή η μέρα θα μείνει για πάντα χαραγμένη στο μυαλό μου.
Ήταν νωρίς το πρωί όταν χτύπησε το κουδούνι και εμφανίστηκαν ο Μάριος, ο Νάσος, ο Παναγιώτης και ο Ζαχαρής.

-Νίκο, Αβραάμ, ετοιμαστείτε! φώναξε ο Μάριος.
-Τι έγινε; ρώτησα, και όλοι μαζεύτηκαν κοντά μας.
-Πού θα πάτε; ρώτησε η θεία Αντιγόνη.
-Στα Καλάβρυτα! απάντησε ο Παναγιώτης.
-Τι θα κάνετε εκεί; ρώτησε η μητέρα.
-Δεν πρέπει να μάθει κανείς τίποτα, είπε ο Μάριος.

Τότε ο Νίκος με τον Αβραάμ ήρθαν από το δωμάτιό τους, όπου είχαν πάει μόλις ήρθαν τα παιδιά.

-Πού πάμε; ρώτησε ο Νίκος.
-Καλάβρυτα, απάντησε ο Μάριος.
-Ωραία. Φεύγουμε, είπε ο Αβραάμ, και άρχισαν να βγαίνουν όλοι έξω.
-Να προσέχετε. Η Παναγία μαζί σας, είπε η θεία Αντιγόνη.

Οι ώρες περνούσαν χωρίς να έχουμε κανένα νέο από τους έξι άντρες που είχαν φύγει το πρωί. Είχαμε σε λειτουργία το ραδιόφωνο, που στεκόταν αγέρωχο εκεί από τότε που ήμουν μικρή.

-Δεν έχει πει κάποιο νέο μέχρι τώρα το ραδιόφωνο, είπε η γιαγιά, και η Αντιγόνη αναστέναξε.
-Μη φοβάστε, κυρία Αντιγόνη. Μια χαρά θα είναι ο γιος σας, είπε η Ελισάβετ.
-Δεν γίνεται να μην ανησυχώ. Ξέρω ότι κάτι θα συμβεί. Είναι απόγευμα και λείπουν από το πρωί. Τόσες ώρες θα είχαν κάνει κάτι και θα το είχαμε μάθει, είπε η θεία.

Και τότε ακουστηκε η φωνή του ομιλητή στο ραδιόφωνο:

"Κυρίες και κύριοι, σας καλησπερίζω με ένα δυσάρεστο γεγονός. Σήμερα, 13 Δεκεμβρίου 1943, Γερμανοί στρατιώτες συγκέντρωσαν ολόκληρο τον αρρένα πληθυσμό των Καλαβρύτων στην κεντρική πλατεία, ενώ τα γυναικόπαιδα κλειδώθηκαν στο σχολείο. Οι αρρένες θανατώθηκαν και στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε η πυρπόληση όλων των σπιτιών των Καλαβρύτων. Οφείλω να πω πως πρόκειται για ένα τρομερό έγκλημα."

Η φωνή του ομιλητή σωπάσε, και η θεία ξεσπάσε σε λυγμούς.

-Ο γιος μου! Τον σκότωσαν! είπε, και η Αιμιλία την αγκάλιασε.
-Αδελφή μου, ξέρω πόσο πονάς.
-Κανείς δεν μπορεί να νιώσει τον πόνο μου. Πρώτα σκότωσαν τον άντρα μου και μετά το παιδί μου. Απο τον Θεό να τον βρουν!

Η υπόλοιπη μέρα πέρασε δραματικά στο σπίτι. Εγώ, μόλις έμαθα τα νέα, πήγα να κλειστώ στο δωμάτιό μου. Ξαπλώσα στο κρεβάτι και άρχισα να κλαίω.
Όλοι είχαν χαθεί... Ο Μάριος, ο Νίκος... Έκλαιγα για ώρες και σκεφτόμουν όλα αυτά που είχα περάσει μαζί τους. Είχαν σώσει εμένα και τις υπόλοιπες κοπέλες από τον θάνατο, κι εκείνοι πέθαναν μέσα σε ένα λεπτό.

Σκεφτόμουν ώρες όσα περάσαμε μέχρι να φύγουμε από την Ελλάδα, να πάμε στο Κάιρο, στην Αλεξάνδρεια, το ναυάγιο μας στην Κρήτη. Με πήρε ο ύπνος τις πρωινές ώρες. Η Ελισάβετ, η Αθανασία και η Κατερίνα είχαν έρθει στο δωμάτιο πριν από ώρες, και κάποια στιγμή άκουσα την Αθανασία να κλαίει.

-Είσαι καλά; την ρώτησα.
-Καθόλου. Πονάω πολύ. Εκτελέστηκε ο πατέρας μου και η μητέρα μου δεν ξέρω πού είναι... Και τώρα...
-Τώρα; ρώτησα.
-Άφησέ με, Δήμητρα, είπε, έκλεισε τα μάτια.
-Πες μου, Αθανασία. Δεν θα μάθει κανείς τίποτα.
-Το υπόσχεσαι; ρώτησε και άνοιξε τα μάτια της.
-Ναι. Πες μου τώρα, είπα.
-Ο ξάδελφός σου, ο Νίκος... Τον αγαπάω, είπε και άρχισε να κλαίει.
-Ξέρω πώς νιώθεις. Κι εγώ αγαπούσα τον Μάριο. Σκοτώθηκαν για το καλό της πατρίδας μας.

Πέρασαν δύο μέρες, αλλά μου φάνηκαν αιώνες. Η θεία μου ήταν χαλια και έκλαιγε συνεχώς, και η Αιμιλία, η αδελφή της, προσπαθούσε να την παρηγορήσει.

-Το φάγανε το αγόρι μου. Θα το πληρώσουν όλοι τους, έλεγε ξανά και ξανά η Αντιγόνη.
-Ησύχασε, Αντιγόνη μου. Θα πάθεις τίποτα από το κλάμα, είπε η Αιμιλία.

Ήταν δέκα η ώρα το πρωί και χτύπησε η πόρτα επιμόνως. Σηκώθηκα και πήγα πίσω της, μέχρι που ξαναχτύπησε.

-Ποιος είναι; ρώτησα.
-Εμείς, άκουσα μια αντρική φωνή. Ήταν ο Νίκος! Άνοιξα αμέσως την πόρτα, και μπήκε μέσα. Απο πίσω του ήταν ο Μάριος, ο Αβραάμ, ο Ζαχαρής και ο Νάσος.

-Νίκο μου; είπε η Αντιγόνη, σηκώθηκε όρθια και ήρθε κοντά του, τον αγκάλιασε.
Εγώ πήγα στον Μάριο και τον αγκάλιασα σφιχτά.

-Αγαπη μου! Νομίζα ότι είχατε σκοτωθεί, είπα και ενώσαμε τα χείλη μας.
-Δεν θα σε αφήσω τόσο εύκολα. Ποτέ δεν θα σε αφήσω. Θα είμαι πάντα μαζί σου, είπε.

Αφού μιλήσαμε λίγο, καθίσαμε όλοι, και ο Μάριος μας εξήγησε τι είχε συμβεί την ημέρα που έφυγαν:

-Όπως ξέρετε, θα πηγαίναμε στα Καλάβρυτα. Όμως δεν καταφέραμε να φτάσουμε. Στον δρόμο μάθαμε πως οι Γερμανοί είχαν πάει σε κάποιες πόλεις της Πελοποννήσου, ανάμεσά τους και τα Καλάβρυτα. Το αρχικό μας σχέδιο ήταν να πάμε εκεί και να τους κάνουμε ένα σαμποτάζ. Αυτό το σαμποτάζ έγινε χθες στο Λουτράκι, είπε ο Μάριος, και μας κοίταξε.
-Δεν ακούσατε κάτι στο ραδιόφωνο; ρώτησε ο Νίκος.
-Από τότε που ακούσαμε για τη σφαγή των Καλαβρύτων, δεν ανοίξαμε ξανά το ραδιόφωνο, είπε η γιαγιά.
-Ευτυχώς που μάθατε τα νέα. Αλλιώς δεν θα άντεχα να χάσω και εσένα, αγόρι μου, είπε η Αντιγόνη.
-Δεν θα με χάσεις, μητέρα. Προσέχω πολύ, είπε ο Νίκος.
-Ακόμη και να προσέχεις, ποτέ δεν ξέρεις από πού θα σου έρθει. Όλα στη ζωή αυτή, και ειδικά αυτή την περίοδο, τίποτα δεν είναι σίγουρο.

Θα κλείσω τα μάτια Where stories live. Discover now