Μάιος 1942
Εκείνο το πρωί με ξύπνησαν φωνές και χτυπήματα στην πόρτα. Ανασηκώθηκα στο κρεβάτι και αναγνώρισα τη φωνή της Σάρας, της γυναίκας του Αβραάμ. Κάτι είχε συμβεί, το κατάλαβα αμέσως, και έτρεξα προς την πόρτα. Ανοίγοντάς την, είδα τη Σάρα να μπαίνει, κρατώντας στην αγκαλιά της ένα μικρό παιδί. Στο μεταξύ, οι δικοί μου είχαν συγκεντρωθεί στο σαλόνι, ανήσυχοι.
-Σάρα, τι συμβαίνει; ρώτησα, η φωνή μου τρέμοντας.
-Οι Γερμανοί έκαναν έφοδο στο σπίτι μου. Πήραν τους γονείς του Αβραάμ. Εγώ πρόλαβα να αρπάξω το παιδί και να βγω από το παράθυρο, είπε, λαχανιασμένη.
-Αχ, αυτά τα τέρατα συλλαμβάνουν τους πάντες... ψιθύρισε η γιαγιά.
-Εμάς μας έχουν έναν παραπάνω λόγο, είπε η Σάρα, σφίγγοντας το παιδί στην αγκαλιά της.
-Τι εννοείς; ρώτησε ο πατέρας.
-Είμαστε Εβραίοι, είπε η Σάρα, και ο πατέρας την κοίταξε με το στόμα ανοιχτό.
Η γιαγιά πλησίασε, τράβηξε τη Σάρα στον καναπέ και της είπε:
-Έλα να καθίσεις. Ηρέμησε, κορίτσι μου.
-Δεν μπορώ να ηρεμήσω όσο οι δικοί μου άνθρωποι είναι στα χέρια των Γερμανών. Θα τους πάνε στο Άουσβιτς... έχω ακούσει τι γίνεται εκεί. Ο Αβραάμ, αν το μάθει, δεν θα αντέξει, είπε η Σάρα και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.
-Έλα, κορίτσι μου. Μη κλαις. Δεν κάνει να σε βλέπει έτσι το παιδί, είπε η Αντιγόνη.
-Φέρε το παιδί σε μένα, είπε η Αιμιλία, και η Σάρα της έδωσε το μωρό. Εκείνη το πήρε και μπήκε στο υπνοδωμάτιο.
-Ησύχασε, Σάρα. Όλα θα πάνε καλά. Οι δικοί σου θα γυρίσουν πίσω, της είπε η γιαγιά, προσπαθώντας να την παρηγορήσει.
Ο πατέρας στάθηκε στο παράθυρο και κοιτούσε προσεκτικά έξω.
-Έρχεται ο Ηλίας, είπε και όλοι ανταλλάξαμε ανήσυχα βλέμματα.
-Σάρα, έλα να κρυφτείς στο δωμάτιό μου. Δεν πρέπει να σε δει, είπα και την οδήγησα στο δωμάτιο μου. Αμέσως μετά ειδοποίησα την Αιμιλία, που ήταν με το μωρό της Σάρας στο δωμάτιο του Φίλιππου.
Όταν επέστρεψα στο σαλόνι, ο Ηλίας ήταν ήδη μέσα στο σπίτι.
-Πού είναι η γυναίκα μου; ρώτησε, κοιτάζοντας μας έναν-έναν.
-Όπου θέλει είναι, απάντησα με θάρρος, και εκείνος με κοίταξε με αγριεμένο βλέμμα.
-Φωνάξτε την, να πάμε σπίτι μας, είπε, ελέγχοντας τον χώρο.
-Δεν θα έρθει, είπε η Αντιγόνη.
-Κοίτα, Αντιγόνη... εσύ δεν ξέρω τι θα κάνεις, αλλά την Αιμιλία την θέλω οπωσδήποτε σπίτι.
-Δεν πρόκειται να έρθω, είπε η Αιμιλία, εμφανιζόμενη από τον διάδρομο.
-Θα έρθεις θέλεις ή δεν θέλεις. Μαζέψε τα πράγματά σου!
-Δεν θα έρθω, Ηλία! Φύγε τώρα! φώναξε.
YOU ARE READING
Θα κλείσω τα μάτια
Historical FictionΟκτώβριος 1940. Η Δήμητρα γνωρίζει τον Μάριο μέσα από τις οικογένειές τους. Εκείνη είναι φίλη με την αδερφή του, εκείνος φίλος με τον αδερφό της. Όταν, όμως, το βράδυ της 28ης Οκτωβρίου μαθαίνουν στο πάρτι ενός βουλευτή ότι η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμ...
