Ξεκινήσαμε όλες μαζί για το σπίτι. Η μητέρα επέμενε να έρθει μαζί μας, όπως και η Χρυσούλα.
-Η γειτονιά σας είναι όπως την θυμάμαι, είπε η Χρυσούλα μόλις φτάσαμε.
-Τίποτα δεν έχει αλλάξει... αλλά και τίποτα δεν είναι όπως παλιά, απάντησε η γιαγιά.
Φτάσαμε στο σπίτι και η Χρυσούλα σταμάτησε έξω από τη σιδερένια πόρτα της αυλής.
-Αλεξάνδρα, λες να θυμώσει ο Άγγελος που θα με δει; ρώτησε.
-Δεν νομίζω να πει κάτι μπροστά σε τόσο κόσμο, είπε η μητέρα.
-Πόσοι είναι στο σπίτι; ρώτησε η Χρυσούλα, έκπληκτη.
-Είναι ο ξάδελφός μου, ο Νίκος, με τη μητέρα του και την αδελφή του, κι ο φίλος μας, ο Αβραάμ, με τη γυναίκα και την κορούλα του, απάντησα.
-Το καημένο το κορίτσι... είναι άρρωστο, είπε η γιαγιά.
-Γιατί δεν φέρνετε γιατρό; ρώτησε η Χρυσούλα.
-Δεν γίνεται. Είναι Εβραία, είπε η μητέρα, κοιτάζοντας προσεκτικά τον δρόμο. Στην απέναντι πλευρά περπατούσε μια ψηλολιγνή γυναίκα.
-Πάμε μέσα. Δεν κάνει να μας βλέπουν έξω, είπε η γιαγιά και μπήκε από την πόρτα στον κήπο.
Ακολούθησα κι εγώ μαζί με τη μητέρα. Η Χρυσούλα αργότερα μπήκε πίσω μας. Στο σαλόνι, ο Αβραάμ, ο Νίκος και ο πατέρας μας περίμεναν, ενώ η Αιμιλία με την Αντιγόνη ήταν στην κουζίνα.
-Ήρθατε εσείς; Που γυρίζετε πρωί-πρωί; ρώτησε ο πατέρας, κοιτάζοντας την Χρυσούλα που στεκόταν δίπλα στη μητέρα. Αμέσως πήρε ένα θυμωμένο βλέμμα.
-Αλεξάνδρα, γιατί είναι αυτή μαζί σας; ρώτησε προσπαθώντας να συγκρατήσει τα νεύρα του.
-Άγγελε...
-Θα σου τα πω εγώ, γιε μου, είπε η γιαγιά.
-Για να ακούσω τι δικαιολογία θα μου βρεις, μητέρα, είπε ο πατέρας, βάζοντας τα χέρια πίσω από την πλάτη του.
-Εγώ δεν λέω ποτέ δικαιολογίες, παρά μόνο αλήθειες. Η Χρυσούλα μετανόησε για τις πράξεις της, ζήτησε συγγνώμη και η Αλεξάνδρα την συγχώρησε, είπε η γιαγιά, καθισμένη στην πολυθρόνα.
Ο πατέρας την κοιτούσε με ανοιχτό το στόμα.
-Πατέρα, νομίζω πως πρέπει να κάνεις το ίδιο με τη μητέρα. Τα περασμένα δεν έχουν πια καμία αξία σε αυτή την περίοδο που ζούμε, είπα. Με κοίταξε σκεπτικός, έβγαλε τα γυαλιά του και τα κράτησε στο αριστερό χέρι.
-Νομίζω πως έχεις δίκιο. Ό,τι έγινε τότε ανήκει στο παρελθόν και δεν μπορεί να αλλάξει. Αρα, μπορώ να συγχωρήσω τη Χρυσούλα, είπε. Κοιταχτήκαμε όλοι μεταξύ μας και χαμογελάσαμε.
-Πώς είναι ο παλιός μου φίλος; ρώτησε ο πατέρας κοιτώντας τη Χρυσούλα.
-Μια χαρά είναι. Θα έρθουμε αύριο μαζί, είπε η Χρυσούλα, συγκινημένη.
-Μπορούμε να έρθουμε κι εμείς; Εξάλλου, εγώ και η Δημητρα θα περάσουμε από το σπίτι σας αύριο το μεσημέρι, είπε ο Νίκος.
-Ωραία. Αύριο το μεσημέρι θα σας περιμένουμε.
YOU ARE READING
Θα κλείσω τα μάτια
Historical FictionΟκτώβριος 1940. Η Δήμητρα γνωρίζει τον Μάριο μέσα από τις οικογένειές τους. Εκείνη είναι φίλη με την αδερφή του, εκείνος φίλος με τον αδερφό της. Όταν, όμως, το βράδυ της 28ης Οκτωβρίου μαθαίνουν στο πάρτι ενός βουλευτή ότι η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμ...
