31 ° ΚΕΦΑΛΑΙΟ

139 11 3
                                        


-Κοριτσάκι μου, θα μου λείψεις, είπε η μητέρα.
-Σε όλους θα λείψει, είπε ο πατέρας.

Τους κοιτούσα χαμένη, σαν να μην καταλάβαινα τι έλεγαν.

-Δεν καταλαβαίνω τι λέτε. Κάνετε λες και δεν πρόκειται να με ξαναδείτε, είπα.
-Δεν σου έχουν πει τίποτα; ρώτησε η γιαγιά.
-Όχι. Τι να μου πουν;
-Μας ειδοποίησαν να έρθουμε, γιατί θα σε στείλουν στη Γερμανία, σε στρατόπεδο, είπε ο πατέρας με σκυμμένο κεφάλι.
-Στο Νταχάου, κοντά στο Μόναχο, είπε η μητέρα, κλαίγοντας.
-Μητέρα, δεν χρειάζεται να κλαις, είπα.
-Δεν χρειάζεται; Έχω χάσει ήδη τον γιο μου στη μάχη και τώρα αυτά τα τέρατα θα σου πάρουν κι εσένα. Δεν ξέρεις ότι μπορεί να μην γυρίσεις ποτέ πίσω στην πατρίδα;

Κοίταξα γύρω μου, στους γονείς και τη γιαγιά, ψάχνοντας να βρω δύναμη. Η γιαγιά, με τα μάτια της γεμάτα σιγουριά, μου έλεγε σιωπηλά να είμαι δυνατή.

Ο στρατιώτης με τράβηξε έξω από το δωμάτιο.

-Αντίο, είπα, με το κεφάλι ψηλά και χωρίς δάκρυα. Κοίταξα για τελευταία φορά τους δικούς μου. Η μητέρα έκλαιγε γοερά. Στα μάτια του πατέρα φαινόταν ο πόνος και η απελπισία.

Μόλις γύρισα στο κελί, αντίκρισα την Κατερίνα και την Αθανασία να κάθονται στο πάτωμα, στεναχωρημένες και κλαμένες.

-Τι σας συμβαίνει; ρώτησα.
-Αύριο το πρωί θα μας πάνε μαζί με τον ξάδελφό σου για εκτέλεση. Εσένα και την Ελισσάβετ θα σας στείλουν στο Νταχάου. Τουλάχιστον εσείς θα περάσετε καλύτερα, είπε η Αθανασία.
-Καλύτερα; Έχεις ακούσει πώς ζουν εκεί;
-Κάτι έχει πάρει το αυτί μου.
-Εγώ πιστεύω ότι εσείς θα είστε καλύτερα. Θα πεθάνετε ένδοξα κι όχι ταπεινωμένες.

Μείναμε σιωπηλές για ώρες, οι καρδιές μας γεμάτες φόβο και αναμνήσεις. Άνοιξα τη τσέπη μου και βρήκα τις φωτογραφίες μου — μια με τον Φίλιππο, που δεν είχα δει για δύο χρόνια. Το χαμόγελό του μου είχε λείψει τόσο πολύ...

-Το παλικάρι; ρώτησε η Κατερίνα.
-Ο αδερφός μου, που σκοτώθηκε, είπα.

Όμως τότε η Αθανασία αποκάλυψε κάτι που με πάγωσε:

-Ο αδερφός σου δεν έχει πεθάνει!
-Μα τι λες; Ήταν στον πόλεμο!
-Τον είδα στην Ξάνθη. Ήμουν εθελόντρια σε κλινική...

Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή, οι ανάσες μου κομμένες. Η ελπίδα αναδύθηκε ξανά μέσα μου.

Ξαφνικά, η πόρτα του κελιού άνοιξε βίαια και μπήκαν μέσα ο Μάριος, ο Αβραάμ, ο Παναγιώτης, ο Νάσος και ο Ζαχάρης.

-Τι κάνετε εδώ; ρώτησα, ενώ σηκωνόμουν ορθία.
-Ήρθαμε να σας σώσουμε, είπε ο Μάριος. Ελάτε!

Βγήκαμε γρήγορα και αντικρίσαμε τους στρατιώτες πεσμένους στο πάτωμα, αιμόφυρτοι. Ο Ζαχάρης χαμογέλασε:

-Ήταν παιχνιδάκι.

Προχωρήσαμε μέσα από μια μυστική έξοδο στον τοίχο και βρήκαμε ένα φορτηγό. Η νύχτα ήταν παγωμένη, αλλά η αδρεναλίνη μας κρατούσε ζωντανούς. Στο φορτηγό είδα τον Νίκο, γεμάτο πληγές και μώλωπες. Η καρδιά μου έσφιξε.

-Θα γίνει καλά, είπε ο Μάριος, βλέποντας τα μάτια μου γεμάτα δάκρυα.

Ξεκινήσαμε με ταχύτητα προς το Φάληρο. Σκοπός μας ήταν να βρούμε τρόπο να φτάσουμε στον Κάιρο, αλλά η σκέψη μου ήταν μόνο μία: να ξαναδώ τον Φίλιππο.

-Δεν γίνεται να πάμε στην Ξάνθη; ρώτησα.
-Τι να κάνουμε στην Ξάνθη; ρώτησε ο Μάριος.
-Να βρούμε τον Φίλιππο, είπα με αποφασιστικότητα.
-Μα αφού πέθανε... Τι είναι αυτά που λες τρελάθηκες;
-Όχι, ζει! Η Κατερίνα τον αναγνώρισε από φωτογραφία...

Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Η ελπίδα φλόγιζε ξανά, κι ας ήμασταν μόνο στην αρχή της απόδρασης...

Θα κλείσω τα μάτια Where stories live. Discover now