⸻
Γύρω στις δέκα το βράδυ ξεκινήσαμε με τον Νίκο για να μοιράσουμε κάποιες από τις προκηρύξεις, που είχαμε μοιράσει όλοι μεταξύ μας. Περπατήσαμε ως το Σύνταγμα, πετώντας μερικές κάτω. Τις παρακολουθούσα να στροβιλίζονται στον αέρα για λίγα δευτερόλεπτα και να πέφτουν στο σκοτεινό, υγρό τσιμέντο από τη βροχή του μεσημεριού. Έκλεισα τις υπόλοιπες μέσα στο παλτό μου και τις έσφιξα πάνω στον κορμό μου.
Η κρύα αφή τους με έκανε να τρέμω και τα δόντια μου άρχισαν να χτυπάνε.
-Κρυώνεις; με ρώτησε ο Νίκος, κοιτάζοντάς με.
-Ναι, είπα και κούνησα το κεφάλι μου.
Με πήρε αγκαλιά καθώς περνούσαμε μπροστά από τη Βουλή. Δύο Γερμανοί στρατιώτες στεκόντουσαν απέξω, μας κοιτούσαν περίεργα, και ένας από τους δύο άρχισε να γελάει. Εμείς δεν τους δώσαμε σημασία και συνεχίσαμε.
-Ιν ντεα λιμπεα, άκουσα να λέει ο άλλος.
Απομακρυνθήκαμε αρκετά από το Κοινοβούλιο και η σιωπή πια επικρατούσε. Οι δρόμοι ήταν έρημοι, τα μαγαζιά κλειστά, με σπασμένα τζάμια και πόρτες. Μια αίσθηση θλίψης με τύλιξε, και για μια στιγμή ήθελα να κλάψω.
-Είσαι εντάξει; με ρώτησε ο Νίκος.
-Ναι, καλά είμαι, είπα και βγήκα από την αγκαλιά του.
-Πρέπει να ρίξουμε και τις υπόλοιπες, είπα, ανοίγοντας το παλτό μου και βγάζοντας τις προκηρύξεις. Έδωσα τις μισές στον Νίκο και αυτός πήγε απέναντι. Ρίχναμε τις προκηρύξεις γρήγορα, χωρίς να κοιτάμε πίσω.
-Αλτ! Τι κάνετε εκεί; άκουσα μια φωνή να λέει, σπαστά ελληνικά.
Γύρισα και είδα έναν Γερμανό αξιωματικό με στρατιώτες.
-Πιάστε τους αμέσως! διατάζει ο αξιωματικός.
-Δημητρούλα, τρέξε! φώναξε ο Νίκος από απέναντι.
Άρχισα να τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Τα γοβάκια μου χτυπούσαν στο τσιμέντο, ώσπου το ένα έφυγε από το πόδι μου και παραλίγο να πέσω. Δύο στρατιώτες ήταν ήδη πίσω μου και άλλοι δύο πίσω από τον Νίκο. Το τακούνι μου έσπασε, και σωριάστηκα κάτω. Προσπάθησα να σηκωθώ, αλλά οι στρατιώτες ήταν ήδη πάνω μου.
-Νίκο! φώναξα. Εκείνος με κοίταξε τρομοκρατημένος. Οι στρατιώτες με σήκωσαν απότομα και μου έδεσαν τα χέρια.
-Sehr gut Arbeit, είπε ο αξιωματικός. Από τα λίγα γερμανικά που ήξερα, καταλάβαινα: πολύ καλή δουλειά.
Μας πήγαν σε ένα γραφείο λίγα μέτρα παρακάτω και μας έκλεισαν στο κρατητήριο. Λίγη ώρα αργότερα ήρθε ο αξιωματικός με δυο στρατιώτες που είχαν συλλάβει τον Νίκο. Τον πήραν και έκλεισαν την πόρτα πίσω τους.
-Πού τον πάτε; Τι θα του κάνετε; ρώτησα τον αξιωματικό, κοιτώντας τον με μίσος.
-Προς το παρόν τίποτα, είπε με τα σπαστά ελληνικά, χαμογελώντας ψεύτικα, θυμίζοντάς μου τον Βάγκχεν.
-Δεσποινίς μου, θέλω να σας συστηθώ. Ονομάζομαι Φον Χέρμαν Βάγκχεν, είπε, και τον κοίταξα με έκπληξη.
-Γιατί εκπλαγήκατε τόσο; Δεν σας είχε μιλήσει ο αδελφός μου για εμένα; ρώτησε ειρωνικά.
-Όχι, απάντησα, προσπαθώντας να κρατήσω την ψυχραιμία μου.
-Θα τον μαλώσω, είπε.
-Τι εννοείτε; ρώτησα.
-Ο Ραλφ, δεσποινίς, τραυματίστηκε βαριά πριν από έναν μήνα σε μια εγκληματική ενέργεια που κάνατε στο γραφείο όπου εδρευε. Επαθε σοβαρά εγκαύματα σε όλο του το σώμα. Ήταν τυχερός που επέζησε.
Σκέφτηκα: Είναι εφτάψυχος αυτός ο άνθρωπος!
-Ξέρετε κάτι για αυτή την έκρηξη; με ρώτησε.
-Όχι, απάντησα ατάραχη.
-Είστε σίγουρη;
-Ναι.
Άνοιξε η πόρτα, και μέσα ήρθε μια γνώριμη μορφή. Αναγνώρισα το παραμορφωμένο πρόσωπο του Ραλφ Βάγκχεν.
Το πρόσωπό του ήταν αποκρουστικό: καμένο από το αριστερό μάτι μέχρι το στόμα, η μύτη κατακρημνισμένη, τα χείλη παραμορφωμένα. Τα δάχτυλά του σχεδόν καμένα. Μια αίσθηση αηδίας με κατέβαλε.
-Χέρμαν, έξω! είπε στον αδελφό του και εκείνος υπάκουσε.
-Λοιπόν, δεν σ' άρεσα έτσι όπως με κάνατε; ρώτησε ειρωνικά.
Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Ήξερε τα πάντα; Ήξερε ποια ήμουν, τη δράση μου;
-Φαντάζομαι αναρωτιέσαι. Τι νόμιζες, καλή μου; Ότι δεν ήξερα τη δράση σου εναντίον μας; Ήξερα ότι είσαι μέλος μίας από τις παράνομες οργανώσεις. Από την αρχή δεν ήξερα, αλλά τώρα ναι, είπε.
-Δεν θα πεις κάτι; ρώτησε.
-Δεν έχω κάτι να πω. Αυτά που λες είναι αλήθεια. Δεν έχω τίποτα να κρύψω, είπα με το κεφάλι ψηλά.
-Εσείς οι Έλληνες, πάντα με το κεφάλι ψηλά, σχολίασε.
-Εμείς οι Έλληνες είμαστε περήφανος λαός και δεν σκύβουμε το κεφάλι σε κανέναν, ειδικά στους απολίτιστους, απάντησα, με σαρδόνιο χαμόγελο.
Από την έκφρασή του κατάλαβα ότι είχε εκνευριστεί, αλλά δεν είπε τίποτα και έφυγε, κλείνοντας δυνατά την πόρτα πίσω του.
YOU ARE READING
Θα κλείσω τα μάτια
Historical FictionΟκτώβριος 1940. Η Δήμητρα γνωρίζει τον Μάριο μέσα από τις οικογένειές τους. Εκείνη είναι φίλη με την αδερφή του, εκείνος φίλος με τον αδερφό της. Όταν, όμως, το βράδυ της 28ης Οκτωβρίου μαθαίνουν στο πάρτι ενός βουλευτή ότι η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμ...
