Αύγουστος 1943
Ημασταν στο χωριό Λέντας, στα νότια της Κρήτης, εδώ και έξι μήνες. Είχαμε ξεμείνει σε αυτό το μικρό χωριό, ξεχασμένοι και χωρίς να ξέρει κανείς τι κάνουμε.
Εκείνη τη μέρα, μετά το ναυάγιο, βγήκαμε όλοι έξω στη στεριά. Μας είδε ένας ψαράς, που το σπίτι του ήταν δίπλα και μας φιλοξενούσε μέχρι τώρα. Δουλευε καθημερινά υποχρεωτικά για τους Γερμανούς· μπορούσε να φεύγει στις έξι το πρωί και να γυρίζει αργά το βράδυ.
Ήταν νωρίς το ξημέρωμα, γύρω στις τέσσερις, όταν βγήκα από το μικρό σπίτι του ψαρά και κατέβηκα γρήγορα τις σκάλες που έφταναν στην αμμουδιά. Η θάλασσα ήταν πολύ ήρεμη, πράγμα που στην αρχή μου προξένησε φόβο, αλλά μετά μου έδωσε δύναμη. Σιγουρεύτηκα ότι δεν υπήρχε κανένας γύρω, έβγαλα όλα μου τα ρούχα και βούτηξα μέσα. Τα ήρεμα νερά ταράχτηκαν μόλις έπεσα.
Κολυμπούσα αρκετή ώρα, ώσπου είδα τον Μάριο να έρχεται από το χωριό, τρέχοντας προς την παραλία.
• Δημήτρα! Βγες έξω! Πρέπει να φύγουμε! φώναξε, κι αφού ανέβηκε δυο-δυο τις σκάλες, μπήκε στο σπίτι.
Έτρεξα κι εγώ να ντυθώ γρήγορα και τον ακολούθησα. Δεν πρόλαβα να ανέβω τις σκάλες όταν είδα όλους να κατεβαίνουν.
• Φεύγουμε κι από εδώ, είπε η Ελισσάβετ και με κοίταξε.
• Η βαλίτσα σου, είπε η Κατερίνα και μου έδωσε μια πανίνα βαλίτσα, που την είχε φτιάξει η γυναίκα του Χαράλαμπου, του ψαρά, η οποία είχε σκοτωθεί.
Τους ακολούθησα όπως ήμουν, με τα βρεγμένα ρούχα να κολλάνε πάνω στο σώμα μου και τα μαλλιά μου να στάζουν νερό. Πήραμε μια βάρκα που είχε κρυμμένη ο Χαράλαμπος σε μια σπηλιά στα βράχια και μπήκαμε μέσα. Ο Μάριος πήρε τα κουπιά και άρχισε να τα κουνάει γρήγορα, ώσπου βρεθήκαμε στη μέση της θάλασσας. Κοιτάζω πίσω την ακτή και το σπίτι όπου μέναμε έξι μήνες τώρα.
• Τι έγινε; ρώτησα σιγά τον Μάριο, πλησιάζοντας δίπλα του.
• Οι Γερμανοί έψαχναν κάποιους που το έσκασαν από τις φυλακές τους στην Αθήνα, απάντησε και κοίταξε την Ελισσάβετ, που ήταν κλαμένη.
• Είσαι σίγουρος ότι έψαχναν εμάς;
• Όχι, αλλά είναι καλό να φύγουμε. Είναι πολλοί αυτοί που φεύγουν από τις φυλακές και πηγαίνουν αλλού να κρυφτούν. Ποτέ δεν ξέρουμε.
• Πού θα πάμε τώρα; ρώτησα κοιτάζοντας το ίχνος που άφηνε η βάρκα πίσω μας.
• Στην Αθήνα, είπε, κι εγώ τον κοίταξα έκπληκτη.
• Ξαφνιάστηκες; ρώτησε.
• Λίγο, είπα.
• Πώς νιώθεις που θα γυρίσεις μετά από τόσο καιρό πίσω και θα δεις τους δικούς σου;
• Δεν ξέρω... πολύ παράξενα.
Φτάσαμε στην Αθήνα το απόγευμα, ενώ ο ήλιος έσβηνε, αφήνοντας στον ουρανό ένα πορτοκαλί χρώμα. Είχα ξεχάσει πόσο όμορφο ήταν να βλέπεις το ηλιοβασίλεμα από την Αθήνα.
• Εδώ θα σταματήσουμε; ρώτησε η Κατερίνα.
• Ναι. Είναι πιο ήσυχα εδώ, απάντησε ο Μάριος.
Βρισκόμασταν στο Παλαιό Φάληρο, σε μια περιοχή του λιμανιού όπου το τσιμέντο ήταν αρκετά ψηλό. Ο Ζαχαρής κοίταξε γύρω μας καλά και, αφού σιγουρεύτηκε ότι δεν υπήρχε κανένας γύρω, μας είπε να κατεβούμε. Πρώτη κατέβηκε η Ελισσάβετ, ακολούθησαν η Αθανασία, η Κατερίνα και τελευταία εγώ.
• Μπείτε εδώ μέσα και ερχόμαστε κι εμείς, είπε ο Ζαχαρής και μας οδήγησε σε ένα στενό άνοιγμα. Ήταν ένα υπόγειο στοά!
Περιμέναμε λίγα λεπτά, χωρίς να λέμε τίποτα, μέχρι που ήρθαν ο Ζαχαρής, ο Παναγιώτης, ο Μάριος, ο Νίκος και ο Νάσος. Ο Μάριος μας προσπέρασε και μπήκε μπροστά.
• Γιατί ήρθαμε από εδώ; Είναι πολύ σκοτεινά, είπε η Ελισσάβετ.
• Μη φοβάσαι, είπε και άναψε ένα φανάρι που είχε στο χέρι του. Το ίδιο έκαναν και ο Νίκος με τον Παναγιώτη.
• Καλύτερα τώρα; ρώτησε ο Μάριος και κοίταξε την Ελισσάβετ.
• Πολύ καλύτερα, είπε και χαμογέλασε. Το ίδιο έκανε κι εκείνος.
• Πότε θα ξεκινήσουμε; ρώτησα και όλοι με κοίταξαν.
• Λοιπόν, ξεκινάμε, είπε ο Μάριος και γύρισε το κεφάλι μπροστά, αρχίζοντας να περπατάει.
Περπατούσαμε επί τριάντα λεπτά, ώσπου φτάσαμε σε ένα άνοιγμα που ήταν καλυμμένο με πέτρες. Ο Μάριος με τη βοήθεια του Νίκου και του Παναγιώτη άρχισαν να κατεβάζουν τις πέτρες, ώσπου μπορέσαμε να βγούμε έξω.
Μόλις βγήκα έξω, αντικρίζω ένα γνώριμο τοπίο. Φυσικά και το ήξερα! Ήταν η πλατεία Θεμιστοκλέους, κοντά στο σπίτι μου. Είχα φτάσει στο σπίτι μου και σε λίγο θα έβλεπα τους δικούς μου ανθρώπους.
• Δημήτρα! Πώς είσαι; με ρώτησε ο Νίκος.
• Θέλω να πάω γρήγορα στο σπίτι, είπα και τον κοίταξα. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά από την αγωνία που ένιωθα.
YOU ARE READING
Θα κλείσω τα μάτια
Historical FictionΟκτώβριος 1940. Η Δήμητρα γνωρίζει τον Μάριο μέσα από τις οικογένειές τους. Εκείνη είναι φίλη με την αδερφή του, εκείνος φίλος με τον αδερφό της. Όταν, όμως, το βράδυ της 28ης Οκτωβρίου μαθαίνουν στο πάρτι ενός βουλευτή ότι η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμ...
