22° ΚΕΦΑΛΑΙΟ

173 10 7
                                        



Ο άντρας στην απέναντι πλευρά του δρόμου μας κοιτούσε επίμονα. Το βλέμμα του δεν απέφυγε το δικό μου όταν τον κοιτάξα. Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται και κοίταξα την γιαγιά, αναστατωμένη.

-Μας παρακολουθεί, έτσι; ψιθύρισα, διακρίνοντας την ανησυχία στο πρόσωπό μου.
-Φοβάμαι πως ναι, απάντησε, κατεβάζοντας κι εκείνη το κεφάλι. Το βλέμμα μου έπεσε στο σκουριασμένο σιδερένιο παγκάκι που καθόμασταν.
-Πάμε να φύγουμε, είπε αποφασιστικά και σηκώθηκε.
-Πού θα πάμε; την ρώτησα, κοιτάζοντάς την με νόημα.
-Ακολούθησέ με!

Χωθήκαμε σε στενά σοκάκια, υπερβολικά ήσυχα. Για πρώτη φορά μετά από καιρό, ένιωσα αληθινό φόβο· ο άντρας πίσω μας μπορούσε να μας κάνει κακό οποιαδήποτε στιγμή.

-Γιαγιά, πού πάμε; ρώτησα ψιθυριστά, με τα χείλη μου να τρέμουν.
-Μη φοβάσαι, κορίτσι μου, είπε, τραβώντας με από το χέρι σε ένα μισογκρεμισμένο διώροφο σπίτι. Ο άντρας ήταν λίγα μέτρα πιο κάτω, στη στροφή που είχαμε αφήσει πριν δυο λεπτά.

Κρυφτήκαμε πίσω από τον μπροστινό τοίχο, τον μόνο που είχε μείνει απείραχτος. Ιστοί αράχνης σκέπαζαν κάθε γωνιά, και το εσωτερικό του σπιτιού ήταν σχεδόν άδειο. Ένα μαύρο σημάδι στον πίσω τοίχο μαρτυρούσε την παρουσία ενός παλιού καναπέ, ενώ στο πάτωμα ήταν σκορπισμένα σπασμένα σανίδια με καρφιά να εξέχουν.

-Δεν είναι τίποτα αυτό, ψιθύρισε η γιαγιά και έβαλε το δάχτυλο μπροστά στα χείλη της, σιωπηλά να μη μιλήσουμε.

Σταθήκαμε κοντά στο μοναδικό παράθυρο και κοιτούσαμε πίσω από τις χαραμάδες του παντζουριού. Ο άντρας πέρασε μπροστά από το σπίτι, ελέγχοντας δεξιά κι αριστερά, ψάχνοντας να μας εντοπίσει.

Η γιαγιά έπιασε ένα μεγάλο κομμάτι ξύλο από το πάτωμα και μου έκανε νόημα να πάρω το άλλο. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή· η αναπνοή μου σχεδόν ακουγόταν. Κοίταξα τη γιαγιά· παρέμενε ψύχραιμη, αθόρυβη.

Ξαναγύρισα προς το παράθυρο και τον είδα να στέκεται, να μας κοιτάζει, πριν προχωρήσει προς το σπίτι. Η γιαγιά προχώρησε γρήγορα και αθόρυβα προς τη μισάνοιχτη πόρτα, με το ξύλο στο χέρι, και με έστειλε να πάω από την άλλη πλευρά.

Μόλις μπήκε, η γιαγιά με μια δυνατή κίνηση τον χτύπησε στο κεφάλι. Ο άντρας βογκήξε και σωριάστηκε, ενώ το αίμα έτρεχε σαν ποτάμι από το μέτωπό του.

-Γιαγιά, τι θα κάνουμε τώρα; Είναι ακόμα ζωντανός, ψιθύρισα, ακούγοντας την βαριά του αναπνοή.
-Αν συνέλθει, θα μας προδώσει στους Γερμανούς, είπε με σιγουριά και τα χέρια στη μέση.

Θα κλείσω τα μάτια Kde žijí příběhy. Začni objevovat