26° ΚΕΦΑΛΑΙΟ

151 9 3
                                        

Νοέμβριος 1942

Ξύπνησα από το δυνατό βήξιμο της Σάρας, που κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο. Σηκώθηκα από το κρεβάτι, τρέμοντας από το κρύο, πήρα το ποτήρι με νερό από το κομοδίνο και της έδωσα λίγες γουλιές.

-Εντάξει, είμαι καλά, είπε η Σάρα και ανακάθισε στο κρεβάτι της.

Ήταν πέντε η ώρα τα ξημερώματα και οι υπόλοιποι κοιμόντουσαν. Ο Αβραάμ καθόταν με τον Νίκο και τη μικρή Ελισάβετ στο σαλόνι. Η θεία Αντιγόνη με την αδερφή της, την Αιμιλία, μαζί με τη γιαγιά, ήταν στο δωμάτιό τους. Μόνο οι γονείς μου είχαν μείνει στο δικό τους δωμάτιο, μόνες τους. Το σπίτι ήταν γεμάτο κόσμο, αλλά και πόνο.

Η πόρτα του δωματίου άνοιξε αργά, και είδα τη μητέρα μου να στέκεται πίσω της.

-Πώς είναι; με ρώτησε ενώ πήγαινα κοντά της και έκλεισα αργά την πόρτα πίσω μου.
-Μέρα με τη μέρα χειροτερεύει. Νομίζω πως πρέπει να την δει γιατρός.
-Πού να τον βρούμε, Δημήτρα μου; Όλοι θα ζητήσουν υψηλό αντάλλαγμα και εμείς δεν έχουμε ούτε για φαγητό.

Έμεινα σιωπηλή. Σκέφτηκα κάτι το παρατόλμο και επικίνδυνο: να ζητήσω από τον Φον Βάγκχεν να φέρει έναν γιατρό στο σπίτι.

-Μην το κάνεις αυτό, είπε η μητέρα μου. Είναι πολύ ακραίο. Θα μας σκοτώσουν όλους. Σκέψου και το παιδί. Αν δεν το σκοτώσουν, θα μείνει ορφανό.

Έμεινα σκεπτική. Ήμουν σε δίλημμα: από τη μία δεν άντεχα να βλέπω τη Σάρα να υποφέρει, από την άλλη, αν ο Φον Βάγκχεν μάθαινε για τη σκέψη μου, θα μας έστελνε όλους στο εκτελεστικό απόσπασμα.

-Το καημένο το κορίτσι δεν έχει ελπίδες, είπε η μητέρα μου. Με θλίβει, γιατί θυμάμαι και τον Φίλιππο που έφυγε τόσο άδικα.
-Μακάρι να μπορούσα να κάνω κάτι. Μακάρι να ήταν όλα διαφορετικά, ψιθύρισα.
-Αυτό εύχομαι κι εγώ, κοκκονα μου, είπε η μητέρα μου. Να μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω, στην εποχή που ήμασταν όλοι ευτυχισμένοι. Αλλά αυτό δυστυχώς δεν γίνεται.

Εκείνο το βράδυ είδα ένα παράξενο όνειρο. Ήταν τόσο αληθινό που με έκανε να πιστέψω σε αυτό.

Ήμασταν όλοι μαζί, η οικογένεια ενωμένη, ακόμα και ο θείος μου με τον Φίλιππο.

Καθόμασταν γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι γεμάτο εκλεκτά εδέσματα: κοτόπουλο, πατάτες, κρέας, γλυκά. Μόλις έφτασα να πάρω ένα κομμάτι κοτόπουλο, ο Φίλιππος που καθόταν δίπλα μου, σταμάτησε το χέρι μου.

-Μην ακουμπήσεις τίποτα, μου είπε ψιθυριστά.
-Γιατί; ρώτησα.
-Είναι όλα δηλητηριασμένα.
-Πρέπει να το πούμε στους άλλους, είπα κοιτάζοντάς τους να τρώνε αμέριμνοι.
-Όχι... είναι αργά, είπε και έβαλε το χέρι του στο στόμα μου, όπως τότε που δεν ήθελε να πω τίποτα στους γονείς μας.

Θα κλείσω τα μάτια Onde histórias criam vida. Descubra agora