16

169 5 0
                                        

Ίσως η πιο σουρεάλ πρωτοχρονιά έβερ. Κι αυτό γιατί ο Κούλης απαγόρευσε τα γλέντια τελευταία στιγμή, ο Μικρός πήγε ταξίδι με τους φίλους του, κι εγώ την έβγαλα σπίτι, στο κλουβί με τις τρελές.

Το πρωί, μετά τα ξενύχτια και τα κρασιά του νέου έτους, έρχεται η μάνα μου πάνω απ' το κεφάλι μου ενώ κοιμόμουν, κι αρχίζει να με ραντίζει αγιασμό με κάτι μαρουλόφυλλα. Το παραβλέπω, σκουπίζω τη μούρη μου στο πάπλωμα και προσπαθώ να ξανακοιμηθώ. Τίποτα όμως. Σηκώνομαι σιχτιριασμένη, πάω στην κουζίνα και την αρχίζω στα παρατράγουδα, λέγοντας ότι αφού δε σέβεται τον ύπνο μου, ας σεβαστεί τουλάχιστον ότι δεν είμαι χριστιανή. Ο πατέρας μου το άκουσε αυτό κι έπαθε σοκ, και με κοιτούσε σαν κουκουβάγια (λες και δεν ήταν προφανές -σε λίγο θα του πω ότι τρώω μουνί και θα ανέβει να κρεμαστεί από κάναν πολυέλαιο). Εκείνη γέλαγε σαν ηλίθια κι έλεγε έλα μωρέ, για το καλό έριξα, και έλα μωρέ που δεν είσαι χριστιανή, βλακείες είναι αυτά, καλή χρονιά να' χουμε, φιλάκι; Επιστρέφω στο κρεβάτι μου αμίλητη, κι αποφασίζω ότι θα κλειδώσω και θα ξανακοιμηθώ.

Δεν προλαβαίνω να κλείσω το μάτι μου, κι ακούγονται φωνές. Συγκεκριμένα, ο πατέρας μου πλακωνόταν με κάποιον στο τηλέφωνο. Μετά ήρθε η Λεμονάδα και με πληροφόρησε ότι ήταν να έρθει ο θείος μου, αλλά θα έφερνε καινούριο γκομενάκι μαζί του να μας το γνωρίσει. Ο πατέρας μου τους ζήτησε να κάνουν σελφ τεστ πριν έρθουν, επειδή την αλλαγή του χρόνου ήταν σε γλέντι με ένα κάρο κόσμο, κι αυτός τσαντίστηκε κι είπε ότι δεν έρχεται, γιατί δε δέχεται να του κάνουν ανάκριση. (Γενικά ο πατέρας μου κι ο θείος μου είναι απ' τα πιο ρετρό ζευγάρια αδελφών που θα βρείτε εκεί έξω: Ο φλούφλης που καταλήγει παντρεμένος, συνταξιούχος και με κοιλίτσα, κι ο ανάποδος εργένης που δεν ξυρίζεται ποτέ, μισεί τις γυναίκες σε ήπιο βαθμό, και γίνεται χώμα κάθε δεύτερο Σάββατο).

Αποφασίζω ότι δεν υπάρχει περίπτωση να κοιμηθώ εγώ σήμερα, οπότε λέω ας φάω. Πάω μέχρι την κουζίνα, κι ήταν εκεί η μάνα μου, και χωρίς να πω κουβέντα, άρχισε να μου λέει ότι είμαι ίδια ο θείος μου κι ότι είμαι στραβή κι ανάποδη. (Έχετε καταλάβει πως σε όλα τα σπίτια υπάρχει ένας τσιλ τύπος που κάθεται ήσυχα ήσυχα στη γωνιά του και την πληρώνει για όλα; Ε, εγώ είμαι αυτός ο τύπος). Εγώ πάλι δε μίλησα. Λέω ας μην ξεμαλλιάσω κανέναν μέρα που είναι. Αποφάσισα να πάρω βαθιές ανάσες, να φανώ ανώτερο ον και να ανυψώσω το πνεύμα μου τρώγοντας το τζατζίκι που είχαμε για τους επισκέπτες.

Στο μεταξύ η μάνα μου ήταν όλη μέρα σκασμένη, γιατί μετά από χρόνια απέχθειας και μίσους, πήρε τηλέφωνο τη Γιαννούλα να της πει καλή χρονιά κι αυτή δεν το σήκωσε. (Μεταξύ μας τώρα, δεν ήταν και μεγάλες οι πιθανότητες). Πάλευα να της εξηγήσω ότι δε θα έπρεπε να τη νοιάζει γιατί είναι ένα στάδιο πάνω απ' το Σκρουτζ σαν προσωπικότητα, αλλά αυτή επέμενε ότι είναι μάνα της και πρέπει να τιμάμε τους γονείς μας, ειδικά όταν είναι γέροι. (Meanwhile, εγώ τη μάνα μου έχω ήδη ψαχτεί σε ποιο γηροκομείο θα τη βάλω). Ό,τι και να έλεγα, με έλεγε μηδενίστρια και αχάριστο τομάρι, οπότε την άφησα στη Λεμονάδα, που μια ζωή της κάνει πατ πατ και της λέει αηδίες για να της το παίξει στοργική κόρη. (Γενικά, το χάσμα ανάμεσα σε μένα και σε ανθρώπους που κρατάνε κοντά στριμμένους συγγενείς με πρόφαση ότι το αίμα νερό δε γίνεται, είναι πιο μεγάλο κι απ' το φαράγγι του Αχέροντα. Αλλά μαντέψτε ποιος είναι πιο ήρεμος και δε χρειάζεται ψυχίατρο).

Αργότερα μάθαμε ότι ο λόγος που δεν το σήκωνε η Γιαννούλα, ήταν γιατί τη λήστεψαν, κι είχε μαζευτεί όλο το σόι και την παρηγορούσε. Ήρθε λέει ένας, και της είπε ότι τον έστειλε ο γιος της να της ασφαλίσει τα κοσμήματα, κι η πανέξυπνη και κατά τ' άλλα πανούργα γιαγιά μου του άνοιξε και του έδωσε όσα φορούσε. Κάποιος από την πολυκατοικία τον πήρε χαμπάρι και βγήκε να δει τι γίνεται, κι ο τύπος όπου φύγει φύγει μαζί με τα χρυσαφικά. Μου έδωσε ιδέα πάντως, και σκέφτηκα μήπως πάω κι εγώ και παριστάνω ότι είμαι η ξαδέρφη μου (η αγαπημένη της), για να μου δώσει κάνα πενηντάρικο χαρτζιλίκι.

Το τραπέζωμα της πρωτοχρονιάς αποτελούταν από εμάς, τον κολλητό του πατέρα μου και το γιο του, και τον άσωτο θειό μου, που τελικά σούρθηκε μέχρι το σπίτι μας νευριασμένος και χωρίς τη γκόμενα. Φάγαμε το καταπέτασμα, γελάσαμε, ήπιαμε μισό λίτρο κοκκινέλι ο καθένας, και καταλήξαμε οι μισοί στον καναπέ, νταγλαρισμένοι απ' το φαΐ, κι εγώ με τη Λεμονάδα να καθόμαστε με το θειό μας στην κουζίνα και να μιλάμε για τα μεθύσια που παραλίγο να μας στείλουν στον τάφο τη χρονιά που πέρασε. Γιατί πάνω από όλα, η οικογένεια πρέπει να είναι ενωμένη. (Κι ενίοτε, πιωμένη).

Όπως καταλάβατε, εμένα στα οικογενειακά τραπέζια κανένας δε με ρωτάει πότε θα παντρευτώ, πότε θα πάρω πτυχίο κι αν έχω γκόμενο. Αυτό συμβαίνει γιατί οι μισοί με εκτιμούν, κι οι άλλοι μισοί ξέρουν ότι δε θα κολώσω να τους πετάξω το πιρούνι στο δόξα πατρί αν τολμήσουν να ρωτήσουν. Η δε αδερφή μου, ανακοινώνει με κάθε ευκαιρία το πόσο θέλει να παντρευτεί χωρίς να τη ρωτήσει κανείς. Το άκρον άωτον του παράδοξου.

Στο τέλος, λίγο πριν φύγουν οι επισκέπτες, εγώ χώθηκα στο δωμάτιο μου και ξεράθηκα στον ύπνο χωρίς να χαιρετήσω κανέναν. (Το κάνω κάθε χρόνο. Αντί να ακολουθώ τα έθιμα, δημιουργώ δικά μου).

Καλή χρονιά να' χουμε μωρέ!

(Κι όσοι επιβιώσαμε το 2021 από κόβιντ, είθε να πεθάνουμε μια μέρα γέροι, χορτασμένοι και ντίρλα ως το κόκαλο).

Βιβλίο ΠαραπόνωνМесто, где живут истории. Откройте их для себя