13

191 6 0
                                        

Σήμερα θα κράξω κάτι που δεν περίμενε κανένας να κράξω: τις λεσβίες.

Την περασμένη βδομάδα εγώ, η Φλαμουριά κι η Αράχοβα βγήκαμε μπαρότσαρκα σε ένα λεσβιάδικο στο Γκάζι, σίγουρες ότι σε τέτοιο όμορφο και queer περιβάλλον κανένας δε θα μας παρενοχλήσει, όπως συνηθίζεται στα κοινά ξενυχτάδικα. (Συν τοις άλλοις φάγαμε και πόρτα σε όλα τα υπόλοιπα, γιατί ήμουν η μόνη εμβολιασμένη της παρέας). Μας είχαν πει ότι θα περάσουν και κάτι άλλοι που ήξερα, οπότε λέω θα το κάψουμε, της τρελής θα γίνει.

Φτάνουμε αισίως στο μαγαζί τα μεσάνυχτα, σαν ανάποδες Σταχτοπούτες, προσπαθούμε ν' ανοίξουμε την πόρτα, αλλά του κάκου. Προσπαθούμε άλλη μια, τίποτα. Είχε ασκήσει βέτο. Είχα κρεμαστεί ολόκληρη απ' το χερούλι, με όλα τα 50 κιλά μου, και παρακαλούσα να μην είναι αυτό που νομίζω. Δεν περνάνε δύο λεπτά, και ξεκλειδώνει ένας χαρωπός κυριούλης από μέσα, και κάπου εκεί καταλαβαίνουμε ότι θα την ανοίγαμε εμείς τη βραδιά απόψε.

Ο μπάρμαν μας ζήτησε πιστοποιητικό εμβολιασμού, και λέω όχι κι εδώ ρε πούστη μου. Έδειξα το δικό μου, κι η Φλαμουριά έδειξε ένα ψεύτικο που της είχα στείλει για ώρα ανάγκης. Έλα όμως που ζητούσαν και ταυτότητες. Είπε μια πρόχειρη δικαιολογία ότι της την κλέψανε, κι ευτυχώς ο χαρωπός μεσήλιξ (που ήταν τελικά ο ιδιοκτήτης) μας λυπήθηκε και δε μας πέταξε έξω.

Όσο γίνονταν όλα αυτά, η Αράχοβα ήταν τουαλέτα. Πήγα να την προλάβω, και εν τέλει βγήκε να καθίσει έξω, γιατί αγχώθηκε μήπως σκάσει αστυνομία και της κόψουν κάνα πρόστιμο. Στο μεταξύ εμείς είχαμε πιάσει την πάρλα με το μπάρμαν, που ήταν μια γλύκα και μας κέρναγε σφηνάκια μην του φύγουμε. Έσκασε στο μεταξύ κι η Καλικαντζάρα (ένας τυπάς που συναντάμε τα σαββατοκύριακα στα μαγαζιά που κυκλοφορούμε -συνήθως τον πετυχαίνουμε ήδη μεθυσμένο κι απορώ πώς οδηγεί μηχανή σε τέτοια κατάσταση) μαζί με κάτι άλλους, εξίσου παλαβούς, και άρχισε να γεμίζει το μαγαζάκι.

Λίγο παραδίπλα από μας καθόταν μια ογκώδης τύπισσα που άραζε με τον ιδιοκτήτη και κάτι άλλα παππούδια. Χωρίς να έχει προηγηθεί τίποτα, ήρθε και μας κέρασε από μια γύρα βότκες. Την ευχαριστήσαμε και συνεχίσαμε το hot girl night out μας. Στο μεταξύ εγώ, επειδή μετά το φιάσκο μου με το ξεσπίτωμα δεν είχα και πολλά λεφτά στην άκρη πλέον (και εννοείται ότι ακόμη δεν καταδεχόμουν να μιλήσω στο μούλο τον πατέρα μου) είχα φέρει μια μπουκάλα πρεζόκρασο (από αυτά των 2€, που όταν έχεις πιει το μισό κατεβαίνει για λίγο ο Άγιος Πέτρος και σου κόβει νουμεράκι για την ουρά αναμονής για τον άλλο κόσμο). Το είχαμε στην τσάντα της Φλαμουριάς και πού και πού παίρναμε την τσάντα στην τουαλέτα και το πίναμε. Σε δύο ώρες κουδουνίζαμε ολόκληρες, και είχαμε ανέβει με την Καλικαντζάρα και έναν άλλο μαλλιά και χορεύαμε πάνω στο μπαρ. Ο ντιτζέι δε μας λυπόταν. Έχωνε μετά μανίας τη μια τρασίλα μετά την άλλη. Από Μπρίτνεϊ σε Ρουβά, κι από Ρουβά σε Καιτούλα Γαρμπή.

Βιβλίο ΠαραπόνωνWhere stories live. Discover now