31

140 3 0
                                        

Ένα μήνα τώρα είμαι στη Μύκονο, και βυθίζομαι στο αλκοόλ, στα παροδικά mental breakdowns, σε κακές επιλογές και σε πανάκριβες ξαπλώστρες με θέα το ακρογιάλι. Αλλά επειδή αυτές οι διακοπές είναι μακράν οι πιο αψυχολόγητες της ζωής μου, ΩΡΑ ΓΙΑ ΓΚΡΊΝΙΑ.

Με το που πάτησα τη δίμετρη ποδάρα μου στο νησί, η Λεμονάδα, η οποία ήταν ήδη εκεί πριν έρθω, αποφάσισε να μου βγάλει το λάδι, έτσι, επειδή μπορεί. Είχε πιάσει και δουλειά στο μεταξύ, σε ένα σταντ με γυαλιά ηλίου, και η ξινίλα της είχε δεκαπλασιαστεί, γιατί δεν προλάβαινε ούτε να κλάσει και ξέσπαγε συνέχεια πάνω μου. Συν τοις άλλοις, την είχε πιάσει μανία καταδίωξης, ότι τώρα που ήρθα θα την κάνω ρεζίλι με την εκρηκτική μου παρουσία και τη φλογερή μου περσοναλιτέ, και ότι θα την κουτσομπολεύει εξαιτίας μου όλο το νησί. (Μη ρωτάτε, παιδιά. Η τύπισσα τα' χει πάθει όλα. Αρχίζω και φοβάμαι). Το αποτέλεσμα ήταν να έχω γίνει κάτι σαν Σταχτοπούτα με τατού, να σφουγγαρίζω, να πλένω πιάτα και να σηκώνω ψώνια σα δουλάρα, να της πηγαίνω μέχρι και φαγητό στη δουλειά, απλά και μόνο για να με διαολοστέλνει και να ντρέπεται που ζω. Άσε που το κωλόσπιτο δεν έχει ούτε ίντερνετ ούτε σήμα, και σαν από καπρίτσιο της γκαντεμιάς μου, το ΜΟΝΑΔΙΚΌ μέρος όπου πιάνει, είναι η κρεβατοκάμαρα της, όπου είτε μου απαγορεύει την είσοδο, είτε μου στρώνει ένα πανί πάνω στο κρεβάτι λες κι είμαι σκυλί, γιατί σιχαίνεται τ' άντερά μου και φοβάται μην της μολύνω τα σεντόνια (στα οποία, τα χαράματα που' ρχεται ντίρλα, πέφτει και κοιμάται βαμμένη και τα' χει κάνει σαν πίνακα του Ντελακρουά). Στο σταυρό που δε σας κάνω, μια μέρα ρεύτηκα μες στην κουζίνα και την έπιασε υστερία ότι θα μας ακούσουν απ' έξω και θα αμαυρωθεί η υπόληψη μας. (Που, ακόμη κι αν μας άκουσαν, ήταν ένα καθαρό δεκάρι και δε ντρέπομαι καθόλου).

Τη νύχτα πριν τα γενέθλια μου είχαμε κανονίσει να βγούμε σε ένα μαγαζί που δουλεύει το μωρό Γιόντα (ο γιος του κολλητού του πατέρα μου που έχουμε μεγαλώσει σαν αδέρφια -τουτέστιν συμμετείχε σε όλα μας τα παιχνίδια με τη Λεμονάδα και μας βλέπει εδώ κι είκοσι χρόνια να ξεμαλλιαζόμαστε και να τρώμε τιμωρίες). (Επίσης ο λόγος που τον λέω έτσι είναι επειδή είναι κιούτ, όλοι τον αγαπάνε χωρίς λόγο, τον έχουμε άτυπα υιοθετήσει, και ακόμη κι αν πάει 50 χρονών εγώ θα τον βλέπω μπέμπη). Το μωρό Γιόντα δουλεύει για πρώτη φορά σεζόν φέτος, σε ένα μικρό καφέ μπαρ, μαζί με δύο χρέπηδες μεγαλύτερους, τον Εραστή (μπόντι μπλίντερ, ακούει τραπ, φλερτάρει με ό,τι δεν είναι καρφωμένο στο πάτωμα, τον λες και πυρομανή λόγω του πάθους του για τα βαρελότα), και τη Νυφίτσα (κοντός, σαραντάρης, φαινομενικά μισεί τα πάντα, κι ακόμη δεν πιάνω πότε μιλάει σοβαρά και πότε μας δουλεύει όλους). Εγώ ένιωθα σκατά σωματικά και δεν ήμουν για έξω, αλλά το μωρό Γιόντα με έπεισε να πάρω τη Λεμονάδα και να έρθουμε έστω και για μια ωρίτσα. Έριξα πάνω μου ένα πρόχειρο σουτιέν της Κίλλσταρ και δυο ζαρτιέρες, ίσα να βλέπομαι, και πήγα άρον άρον, στο τσακ να παίξω μπουνιές μαζί της, γιατί πάλι με είχε ζαλίσει με τις αρλούμπες της. Τελικά μου έκαναν έκπληξη όλοι μαζί με τούρτα σοκολάτα, και στεκόμουν και τους κοίταγα γεμάτη ευγνωμοσύνη κι αμηχανία, να μου τραγουδάνε το "μεγάλη να γίνεις με άσπρα μαλλιά" (αυτό το στίχο, θέλετε να μου πείτε ποιος μαλάκας χαίρεται που τον ακούει; Είναι η ντροπή όλου του τραγουδιού). Κι έγινα αισίως 25, μετά μουσικής, κομφετί και βαρελότων. 🥲

Βιβλίο ΠαραπόνωνWhere stories live. Discover now