Κεφάλαιο 15

40.7K 3.3K 461
                                        

Ανοίγω την πόρτα του σπιτιού μου, όσο πιο ήσυχα μπορώ. Ευτυχώς δεν βρίσκεται κανείς στο σαλόνι. Ανεβαίνω τις σκάλες με ελαφρά, αθόρυβα βήματα. Πάω να ανοίξω ήσυχα την πόρτα του δωματίου αλλά η πόρτα των γονιών μου ακούγεται να ανοίγει.

Όχι ρε γαμώτο.

''Καμέλια;'', λέει με βραχνή φωνή η μητέρα μου. Ίσα που την βλέπω από την έλλειψη φως, τα μαλλιά της είναι ανακατεμένα από τον ύπνο. Πώς σκατά με άκουσε;
''Εεεμ... πήγα να πιω νερό. Και τώρα πάω για ύπνο. Καληνύχτα'', λέω γρήγορα και της ρίχνω ένα μεγάλο χαμόγελο και μπαίνω γρήγορα στο δωμάτιό μου. Εύχομαι να μην πρόσεξε ότι φορούσα ρούχα αντί για πιτζάμες.

Πέφτω εξαντλημένη στο κρεβάτι μου και κοιτάζω την ώρα. Είναι 2:00 τα ξημερώματα. Δεν το πιστεύω ότι αύριο έχω σχολείο και είμαι ξύπνια τέτοια ώρα. Δεν το πιστεύω ότι εγώ περπάτησα μέχρι μια σκοτεινή αποθήκη, μόνη μες το κρύο. Δεν το πιστεύω ότι πριν λίγο βρισκόμουν στο αυτοκίνητου ενός αναρχικού. Γενικά, οι δύο τελευταίες μέρες μετά την πορεία, είναι πολύ διαφορετικές από την ρουτίνα μου.

 Και εκπλήσσομαι που το λέω, αλλά νομίζω ότι αυτή η αλλαγή, αυτή η διαφορετικότητα από την συνεχόμενη επίπεδη καθημερινότητα της ζωής μου, μου αρέσει. Με κάποιον τρόπο, νιώθω διαφορετικά από όταν τον γνώρισα. Νιώθω ότι επιτέλους έχω ξεφύγει από την βαρετή ζωή μου, και για πρώτη φορά κάνω πράγματα που με βάζουν σε κίνδυνο. Ο κίνδυνος είναι ωραίος τελικά,δίνει νόημα στη ζωή. Και πραγματικά, δεν θέλω να σταματήσω να τον βλέπω. Τώρα που έχει αποκτήσει άλλη όψη η ζωή μου, δεν θέλω ξαφνικά να επιστρέψω και πάλι στην γκρίζα μου καθημερινότητα,με την ασφάλεια και την τάξη.

Το ξυπνητήρι χτυπάει επανειλημμένα, αλλά δεν μπορώ καν να κουνήσω το χέρι μου για να το κλείσω. Νιώθω πολύ εξαντλημένη και παρακαλάω να με άφηνε η μητέρα μου να μην πάω σχολείο μια μέρα. Πρέπει να έχω 38+ πυρετό για να αποφασίσει ότι δεν θα πάω σχολείο. Δεν πρέπει να χάνω μαθήματα λέει. Είμαι στο λύκειο τώρα λέει. Πρέπει να σοβαρευτώ. Λες και στο γυμνάσιο, δεν ήμουν σοβαρή. Δεν έβγαζα 19 και 20...

Στο πρώτο τετράμηνο, έβγαλα 18 και 7 και η μητέρα μου ήταν έξαλλη. Έπεσα πολύ λέει και θέλει να αρχίσω φροντιστήρια. Είναι Φεβρουάριος και προσπαθώ να της εξηγήσω ότι δεν γίνεται να αρχίσω φροντιστήριο τώρα. Με εκνευρίζει που είναι τόσο απαιτητική, αλλά ξέρω πως το κάνει για το καλό μου.

Ο ύπνος με ξαναπαίρνει χωρίς να το ελέγξω αλλά το κινητό μου ξαναχτυπάει. ''Ναι;'', λέω με βραχνή φωνή, από τον ύπνο. ''Που είσαι ρε Καμ; Είμαι έξω από το σπίτι σου, άντε! Είναι και τέταρτο!'', λέει με τσιριχτή φωνή η Άννα, την οποία αυτές τις μέρες προσπαθώ να αποφύγω... Δεν ξέρω αν πρέπει να της μιλήσω για τον Άλεξ και είμαι πολύ θυμωμένη μαζί της που με παράτησε σε μια πορεία που η ίδια με έπρηξε να πάω μαζί της.

Ένας ΑναρχικόςWhere stories live. Discover now