Κεφάλαιο 27ο

446 67 7
                                        

Η απόφαση είχε παρθεί. Καιρός να εκτελεστεί.

[...]

Τα μάτια του απαγωγέα της ταξιδεύουν στο κορμί της. Εδώ και μέρες η κοπέλα είναι αναίσθητη. Δεν ξυπνά, δεν αντιδρά, δεν ξέρει καν αν ζει. Κάπου κάπου ελέγχει το σφιγμό της και με κόπο ακούει την αδύναμη και μικρή της καρδιά να πάλλεται.

Όμως δεν ξυπνάει και πολλές ερωτήσεις κατακλύζουν το μυαλό του. Γιατί να μην θέλεις κάποιος να ζήσει; Για ποιον λόγο να επιθυμεί και να αγωνίζεται για το αντίθετο; Τι την κρατάει πίσω; Τι βλέπει αυτήν την στιγμή;

Και βέβαια η ζωή είναι ωραία, αλλά εκείνη δεν το βλέπει. Ποτέ δεν θα το δει διότι εμπιστεύεται άτομα με άσχημο χαρακτήρα, άτομα τα οποία δεν ξέρει. Δεν επιθυμεί να βασιστεί στους κοντινούς της ανθρώπους. Δεν επιθυμεί να σταθεί στα πόδια της και να αποδείξει σε όλους ότι μπορεί. Και όλα αυτά γιατί φοβάται, γιατί διστάζει, γιατί νιώθω άβουλη και αδύναμη.

《Θέλω!!》Πετάγεται προς τα πάνω. Το σώμα της σηκώνεται από το παγωμένο δάπεδο, στέκεται ολόισιο και ο αδύναμος κορμός της φαντάζει πλέον δυνατός, αναζωογονημένος. Αλλά και η ψυχολογία της έχει αλλάξει. Τα μάτια της φανερώνουν ελπίδα και θέληση. Και αυτό ακριβώς νιώθει.

《Δεν περίμενα ότι θα τα κατάφερνες!》Απαντά ειρωνικά ο απαγωγέας αν και μέσα του η  ανακούφιση τον κατακλύζει. Εκτός από το ότι ενδιαφέρεται για την Ιφιγένεια -με τον δικό του τρόπο- δεν θα μπορούσε να δεχτεί ότι ένα ανήλικοι κορίτσι πέθανε στα χέρια του και μάλιστα μετά από ένα μεγάλο ηλεκτροσόκ.

《Θέλω να ζήσω. Θέλω να ζήσω Νέιθαν!》Τα μάτια της καρφώνουν τα δικά του και προσπαθεί να του μεταδώσει την χαρά και την αποφασιστικότητα.
《Δεν αμφιβάλλω ψυχή μου.. θα ζήσεις.》Της χαμογελάει και της προσφέρει ένα ζεστό χάμπουργκερ με ζουμερές πατάτες.

Η Ιφιγένεια χωρίς άλλη σκέψη καταβροχθίζει το φαγητό της.
《Τώρα πες μου. Τι έβλεπες όση ώρα κοιμόσουν;》Η Ιφιγένεια για μια στιγμή παγώνει. Καταπίνει με κόπο την μπουκιά της και έπειτα κοιτάζει κάτω ως ένδειξη ντροπής.

《Τι θα έπρεπε να βλέπω;》 Απαντά ταπεινά στον Νέιθαν ενώ τα μάτια της προσπαθούν να βρουν μια έξοδο.

《Οι άλλες κοπέλες συνήθως βλέπουν εφιάλτες με μένα. Όμως εσύ δεν το έκανες αυτό. Άργησες να συνέρθεις. Κάτι σε κρατούσε εκεί. Δεν ήσουν ταραγμένη. Το σώμα σου δεν έκανε συσπάσεις. Το χαμόγελο σου την ώρα που ξύπνησες σε πρόδωσε. Πες μου. Προς τι η θέληση για ζωή και η ελπίδα; 》 Σηκώνεται και πηγαίνει μπροστά της με βήμα αργό και βαρύ. 《Θα φύγεις μόνο όταν και αν σου το επιτρέψω! Δεν έχεις καμία εξουσία εδώ!》Είτε δεν ανεβάζει ιδιαίτερα τον τόνο της φωνής του είτε η Ιφιγένεια είναι υπερβολικά ζαλισμένη για να το αντιληφθεί. 

Κάθοδος: Ο Εμμονικός Απαγωγέας |✔Where stories live. Discover now