Σταμάτησε στις αρχές ενός μικρού βουνού , δίπλα του ξεκινούσε μία μακριά σειρά από σκαλάκια ή οποία οδηγούσε στην κορυφή του βουνού , ξεκίνησε να ανεβαίνει και όσο έφτανε στην κορυφή ή παγωνιά δυναμωνε και του τρυπουσε το κορμί .
Φτάνοντας επιτέλους εκεί που ήθελε , κοντοσταθηκε και ακουμπηξε τον ώμο του στον ψηλό πετρόχτιστο τοίχο, εκεί που σταματούσαν τα σκαλιά , κοιτώντας μπροστά του το μεγαλοπρεπές εκκλήσι. Ανασανε βαθιά καθώς σχεδόν του κοβωταν ή αναπνοή με κάθε βήμα που έκανε να μπει μέσα , μία ξαφνική δύναμη τον κολλούσε στο έδαφος , σαν μαγνήτης , σαν μία ασπίδα να απλώθηκε μπροστά σε εκείνον και την πόρτα της εκκλησίας . Γυρησε το κεφάλι του ψηλά στον γαλανό ουρανό και χαμογέλασε πλατιά
" Τςςς Τςςς Τςςς.... Πατέρα , Τι πράγματα είναι αυτά... Μπορεί να με εδειωξες μα μην ξεχνάς καλέ μου πατέρα πως εξακολουθώ να είμαι γιος σου και κάθε εκκλησία σπίτι μου . Και τώρα θα μπω στο σπίτι μου . "
Παραμέρισε κάθε δύναμη που τον τραβούσε πίσω και μπήκε μέσα , ή ζεστασιά των κεριών χάιδεψε το σώμα του και το κίτρινο φως τους έλουσε τα χαρακτηριστικά του προσώπου του , τα μεγάλα του μάτια λαμπυριζαν .
Βαριά υσιχια είχε απλωθεί και μονάχα ή αργή του ανασα αντιχουσε .
" ΕΙΝΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΔΩ ?!" Είπε δυνατα και ή βραχνή του φωνή προκάλεσε μία αναστάτωση στο μέσα δωμάτιο , ξαφνικά μέσα από το σκοτεινό βάθος ξεπρόβαλε ένας μικροσωμος γερακος
" Νεαρε , καλώς ήρθες ... ήρθες να προσευχηθείς ?"
" Μπα όχι πάτερ οι προσευχές ...δεν ειναι για μένα "
" Θέλεις μηπως να προσευχηθω εγώ για την ψυχή σου?"
" Οχι προσευχές ! Κοίτα, θα μπω στο ψητό , ευλογίσε μου κάτι για να βγω από δω μέσα καταλαβες ?"
" Ναι....Ναι φυσικά τέκνο μου τι θες . "
Ο μανωλης πλησιάζοντας τον γέρο του έτεινε ένα κολιέ , ασημένια αλυσίδα και στην άκρη της είχε κρεμάσει μία... σφαίρα.
" Μα τι παράξενο αντικείμενο , γιατί θες κάτι τέτοιο να το ευλογησω εγώ ? "
" Μην ρωτάς πολλά ."
Κάτι παράξενο στην παρουσία του μανωλη προκαλούσε βαθυ ανχος στον πάτερ , ή τελετή παιρνουσε αργά και ο μανωλης βρέθηκε να χάνει την υπομονή του καθώς κάθε λέξη του παππά καρφωνόταν σαν μαχαίρι στο σώμα του , τα μάτια του μαρτυρούσαν πόνο .
Ο μανωλης είχε θάψει το κεφάλι του ανάμεσα στα χέρια του ,χαμένος στις σκέψεις του όταν ξαφνικα άκουσε την ασημένια αλυσίδα μπροστά του , σήκωσε αργά το κεφάλι παρατηρώντας τον γεράκο που στεκόταν απέναντι του έχοντας τείνει την σφαιρα μπροστά στα μάτια του , ο μανωλης κοιτούσε τον θάνατο στα μάτια και το γουσταρε αφάνταστα .
Την έπιασε και την φόρεσε γύρω του , σηκώθηκε να φύγει μα το χέρι του γέρου γατζωθηκε στο μπουφάν του τραβώντας τον πίσω .
" Πες μου νεαρε πριν φύγεις , τι την θες αυτή την σφαίρα ? Σε πιο κορμί θες να την τρυπωσεις ? "
