Τρεις μέρες και τρεις νύχτες πέρασαν από το συμβάν της ληστείας .
Ή Τζέιν πέρασε μουδιασμενα έξω από το νεκροταφείο όπου μερικοί νέοι τάφοι είχαν σχηματιστεί , τα θύματα της ληστείας. Με καυτά δάκρυα στα μάτια πλησίασε αφήνοντας από ένα λουλούδι σε κάθε τάφο , μέσα της ένιωθε εντονη λύπη και ενοχή κιας μην ήταν δικό της το έγκλημα.
Το σαγόνι της ετρεμε από την παγωνιά και από τα έντονα συναισθήματα.
Τραβώντας το κορμί της σε ένα καφέ, αδειο ,ξύλινο παγκάκι έκατσε να σκεφτεί εάν ή απόφαση της να άφησει τον Μανωλη ήταν σωστή . Εκείνη την στιγμή το μυαλό δεν μπορούσε να κάνει άλλη σκέψη μονάχα όλο της το σώμα σήμανε κίνδυνο πως για να σώσει την ζωή της έπρεπε να φύγει , καθώς ομως ηρέμησε σκευτηκε το ποσό επικίνδυνο και πόσο απερισκεπτο ηταν να τον αφήσει μόνο , θα κινδυνεύαν ζωές , σκευτηκε επίσεις πως , ότι και να έγινε , όπως και να την χρεισημοποιησε ...εκείνη τον αγαπούσε ακόμα.
...
Ο μανωλης ήταν ξαπλωμένος στο πάτωμα το σώμα του αδύναμο , ετρεμε . Χρειαζόταν να τραφεί , το στόμα του ηταν ανοιχτό παλεύοντας για αέρα , ή πόρτα του ξαφνικά χτύπησε απαλα και εκείνος έσυρε το σώμα του στα μισά και έπειτα σηκώθηκε με όση δύναμη είχε . Στηρηχτηκε στον τοίχο πριν ανοίξει την πόρτα , ίσως ήταν ή Τζέιν , γυρησε σε εκείνον?
Άνοιξε βιαστηκα την πόρτα , ή κομμενες του ανάσες έγιναν πιο αργές και πιο βαθιές σχεδόν ενωχλημενες καθώς δεν ήταν ή Τζέιν μπροστά του , μονάχα μερικοί ξένοι ...
" Καλημέρα σας είμαστε μάρτυρες του ιαχωβα μήπως θα ενδιαφέρωσασταν να μάθετε για- "
" Μα φυσικά! "
Τα χείλη του σχημάτισαν ένα τεράστιο χαμόγελο , τα άσπρα δόντια του φάνηκαν ενώ τα μάτια του γυαλησαν με έναν διαβολικό τρόπο " πέραστε μέσα κυρίες μου "
Οι δύο κοπέλες μπήκαν στο σκοτεινό σπίτι ενώ, καθως εκείνες παρατηρούσαν τον χώρο ,από πίσω τους ο μανωλης , ακόμα με αυτό το χαμόγελο στα χείλη του , έκλεισε την πόρτα αργα και βασανιστικά ακουμπώντας την πλάτη του πάνω... και έπειτα κλείδωσε ....
Τα τσιριχτα ουρλιαχτα της μελαχρινής κοπέλας αντιχισαν στα αυτιά του καθώς εκείνος έπιασε δουλειά στο σώμα της άλλης τραβώντας όλη την ενέργεια από το σώμα της δινοντας ξανά ζωή στο δικό του , εφόσον ή μία έπεσε στα πόδια του νεκρή
Γυρησε την προσοχή του στην άλλη ... Έκανε βήματα προς τα πίσω προσπαθώντας να του ξεφυγει πετώντας πάνω του ότι έβρισκε μπροστά της , μα ματαια καθώς εκείνος με ταχύτητα βρικολακα και μάτια μαύρα σαν την πίσσα την έπιασε στα χέρια του Και της έσπασε το λαιμό ανασενωντας βαθιά μέσα του την ζωή της..... Άφησε το άψυχο σώμα της να πέσει από πάνω του καθώς αμεσως γυρησε το βλέμμα του πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού πιάνοντας με το ένα του χέρι ένα τσιγάρο και με το άλλο τον αναπτήρα.
" Δεν μου φτάνει ....δεν μου φτάνει ...ποτέ δεν θα μου φτάσει , δεν μου φτάνει !"
Το σώμα του ζητούσε κιαλλη τροφή , το μέσα του ζητούσε πόνο, θανατο , φόβο και έρωτα . Περίεργος συνδυασμος , μα αφού δεν είχε το τελευταίο θα εξαντλουσε τα άλλα τρία .
Σώμα μετά από σώμα έπεφταν όλοι στα πόδια του νεκροί .
Σώμα μετά από σώμα έπεφταν όλοι στα ξαφνικά.
Σώμα μετά από σώμα σε όλους επιτέθηκε σαν φάντασμα.
Σώμα μετά από σώμα , ψυχή μετά από ψυχή ή δύναμη του μεγάλωνε μα έχανε τον εαυτό του λίγο περισσότερο κάθε φορά .
Ξάπλωσε δίπλα από ένα νεκρο θύμα του και κοίταζε τον νυχτερινό ουρανό
"Έτσι ένιωσε και ο διάβολος ? Έχανε τον εαυτό του κομμάτι κομμάτι μέχρι που έμεινε μονάχα το μίσος ?
Μέχρι που έμεινε μονάχα αυτός εναντίων του κόσμου ... Μα τι λέω , ένας ένας όσοι ήθελε πεθαινανε από τα χέρια του μα τον διάβολο δεν μπόρεσε να τον σκοτώσει άνθρωπος κανένας . Τι βαρετή ζωή , τι βαρετό να μην έχω εχθρό τον θάνατο ... Δεν θα την αντεξω τόση μονοτονία, δίχως έναν συναγερμό στο πισω μερος του σβερκου μου ... Ξερεις, μαρεσει να φλερταρω και ειδικά με τον θάνατο ...και αυτό ακριβώς θα κάνω ."
