Αυτος φταει

7.6K 662 13
                                        

Βλεπω το ρολοι που στολιζει το διαδρομο και δειχνει τρεις το χαραμα. Δεν με παιρνει ξανα ο υπνος γιατι με ταραξαν οι εφιαλτες μου ή μαλλον οι αναμνησεις μου.

Αποφασιζω να παω στην κουζινα να βρω κατι να πιω. Εδω που τα λεμε, ενα ποτηρι ουισκι θα ηταν οτι πρεπει για τα νευρα μου. Περπατω αθορυβα και ψαχνω στα ντουλαπια.

Δεν υπαρχει ουτε μια σταγονα αλκοολ εδω. Γαμωτο! Με νερο θα την βγαλω. Βαζω ενα ποτηρι και μολις γυρναω το βλεμμα μου στο σαλονι βλεπω τον Σον να καθεται σε μια πολυθρονα, διαβαζοντας κατι φακελους και πινοντας ουσκι. Διανα!

Χυνω το νερο και προχωρω προς το μερος του. Εκεινος δεν με εχει καταλαβει ακομα, αλλα μολις καθομαι απεναντι του, συνατα το βλεμμα μου και πεταγεται ορθιος.

Εγω βαζω τα γελια που τον τρομαξα και ξεφυσαει νευριασμενα. Καλα να παθει! Του αξιζε.

"Τι εγινε τρομαξες;", ψιθυριζω και κοιταζω εντονα το μισογεματο μπουκαλι ουισκι που βρισκεται διπλα του.

"Οχι, ξαφνιαστηκα. Γιατι δεν κοιμασαι;", ρωταει και με κοιταζει μεσα στα ματια πανω απο τα γυαλια του. Οι ματιες μας κλειδωνουν για λιγο και νιωθω μια καψα βαθια στο στερνο μου. Απεφυγα το βλεμμα του και κοιταξα το πατωμα.

"Οχι, ειχα εφιαλτη", λεω και τοτε μου ερχεται μια ιδεα. Ω, τωρα σε εχω στο χερι Σον.

"Μπορω να πιω;", ρωταω με σηκωμενο το φρυδι και εκεινος χωρις να πει τιποτα μου δινει το μπουκαλι. Γεμιζω το ποτηρι μου μεχρι τη μεση και και πινω τρεις γουλιες μονορουφι. Το αλκοολ καιει τον λαρυγγα μου ευχαριστα και νιωθω ενα μικρο μουδιασμα στη γλωσσα. Απολαυστικοτατο!

"Πρεπει να ηταν ασχημος εφιαλτης", λεει ο Σον κοιταζοντας με με απορια. Εγω χαμογελαω ειρωνικα και τον πλησιαζω.

"Βασικα, ηταν μια αναμνηση μεσα σε ενα ονειρο", εξηγω και με κοιταει συνοφρυωμενος. Το βλεμμα μου εχει καρφωσει το δικο του. Γιατι γαμωτο τον κοιταζω ετσι; Προσπαθει να μου κανει μαγια, το πιστευω! Οχι Αμαρυλλις, συνελθε. Τον μισεις, τον μισεις.

"Τωρα που σε παρατηρω καλυτερα ξερεις ποιον μου θυμιζεις;", ρωταω ψιθυριστα και πινω αλλες δυο γουλιες απο το ποτο μου. Μια ελαφρια ζαλαδα εχει κανει την εμφανιση της και νιωθω πιο ανετα.

Τον παρατηρω να ανασηκωνεται και να ξεροκαταπινει. Χα! Τωρα να σε δω.

"Ποιον;", λεει κοιτωντας με εντονα και παιρνω μια κοφτη ανασα. Εκεινος με καταλαβε και χαμογελασε στραβα. Γαμωτο, εχει υπεροχο χαμογελο. Οχι, σκασε πια!

"Εναν φιλο του πατερα μου", λεω και τοτε οι ανασες του βαραινουν. Μαζευει τους φακελους και σηκωνεται ορθιος. Τον μιμουμαι και μπαινω μπροστα του.

"Εχετε τα ιδια ματια", λεω με εναν αισθησιακο τονο στη φωνη μου. Τι σκατα κανω γαμωτο; Πρεπει να ζητησω εξηγησεις, οχι να καθομαι να φλερταρω με εναν κωλομπατσο.

"Πολλοι ανθρωποι μοιαζουν μεταξυ τους", λεει κοιτωντας μια τα χειλη μου και μια τα ματια μου.

"Ναι αλλα στην περιπτωση μας, εσεις ειστε ολοιδιοι. Μονο που εκεινον τον θυμαμαι πιο νεο. Σον, σταματα σε θυμαμαι. Ή μηπως να πω, Πετρο;", ρωταω και μου ξεφευγει ενα γελακι. Χωρις να καταλαβω τι συνεβη εκεινος με εχει αρπαξει απο το χερι, με εχει κολλησει στον τοιχο και μου χει κλεισει το στομα. Φαινεται εξαγριωμενος και η καυτη του ανασα σκαει βιαια στο προσωπο μου.

"Δεν γινεται να θυμασαι. Ησουν τεσσαρων", λεει και τα ματια του καρφωνουν τα δικα μου. Αφηνει το χερι του, ελευθερωνοντας το στομα μου, αλλα με παγιδευει αναμεσα στα χερια του.

"Με ξερεις ετσι δεν ειναι; Απο μικρη, ηξερες τι εκανα, που πηγαινα. Ησουν φιλος του πατερα μου και οταν εγινε το ατυχημα, με αφησες στην τυχη μου.", λεω και υψωνω σιγα σιγα τον τονο της φωνης μου. Βραζω μεσα μου σιγα σιγα και φερνω επιθετικα το προσωπο μου κοντα του.

"Αμαρυλλις εγω...", πηγαινει να πει αλλα τον διακοπτω.

"Σκασε γαμωτο! Με παρατησες, ησασταν φιλοι και οταν πεθανε δεν εκανες καν τον κοπο να με φροντισεις! Με αφησες να περιπλανιεμαι απο εδω και απο εκει. Τρεις αναδοχες οικογενειες με εδιωξαν το καταλαβαινεις; Ημουν ολομοναχη. Θα μπορουσες να κανεις κατι γαμωτο!", φωναζω δυνατα καθως δακρυα κυλουν στα μαγουλα μου, ενθυμουμενη το τραγικο δυστυχημα και παραλληλα οντας νευριασμενη. Θελω τοσο πολυ να του σπασω τα μουτρα τον μισω.

"Αμαρυλλις, δεν μπορουσα. Κινδυνευες", τολμαει να πει μονο και τοτε το χερι μου συγκρουεται αλλη μια φορα στο μαγουλο του. Τον κοιταζω με θυμο και εκεινος γυρναει και με κοιταζει με ματια που βγαζουν φλογες.

"Σε μισω", του λεω και ξεφευγω απο τα χερια του. Τρεχω στο δωματιο μου και κοπαναω την πορτα πισω μου. Πεφτω στο κρεβατι και ξεσπαω σε λυγμους.

Θα μπορουσε να με μεγαλωσει εκεινος ή να φροντισει για μενα. Δεν θα χρειαζοταν να ζησω με την Κρουελα, να μου κανει τη ζωη μαρτυριο. Και δεν θα με εδιωχναν οι οικογενειες που πηγα αποκαλωντας με αποβρασμα και αχρηστη. Θα ειχα λιγοτερα προβληματα και καθολου εφιαλτες! Γαμωτο αυτος φταιει που ειμαι ετσι. Αυτο το γουρουνι με τα υπεροχα ματια.

Μπάτσοι Γουρούνια!(Ολοκληρωμενη)Tempat di mana cerita hidup. Terokai sekarang