Βρισκομαι καθισμενη στο εδαφος, με ενα λευκο ξεσκισμενο φορεμα και τριγυρω μου βρισκονται θεορατα, καταπρασινα πευκα. Χαζευα για λιγο την ομορφια της φυσης, τα πουλακια να κελαηδουν και τα ζωακια να ψαχνουν για τροφη, οταν ενας αποκρουστικος ηχος με εκανε τρανταχτω και να ανατριχιασω. Σηκωθηκα ανησυχη και αρχισα να περπατω προς το μερος που ακουσα το θορυβο.
Οταν πλεον ειχα βγει στην ασφαλτο, βλεπω ενα γνωστο μαυρο αμαξι να ειναι κολλημενο σε εναν κορμο βγαζοντας καπνους. Εσμιξα τα φρυδια απορημενη και πλησιασα το κατεστραμενο απο την συγκρουση αμαξι.
Ακουγα κλαματα και φωνες απο μεσα και το βημα μου επιταχυνθηκε, καθως η καρδια μου πηγαινε να σπασει απο την αγωνια. Κοιταξα εντρομη το εσωτερικο και τοτε παγωσα. Ο αδερφος μου, βουτηγμενος στο αιμα με κλειστα τα ματια του και οι γονεις μου μπροστα ξαπλωμενοι στο παμπριζ με τα σωματα τους να ειναι καλυμμενα απο γυαλια. Οι ανασες μου ηταν κοφτες, δεν μπορουσα να τις ελεγξω και τα χερια μου αρχισαν να τρεμουν. Δεν μπορει να πεθαναν, δεν ειναι δυνατον.
Δακρυα κυλουσαν στα ματια μου και τοτε αρχισα να ουρλιαζω για βοηθεια τρεχοντας ξυπολιτη στο δρομο. Δεν μπορει, ολο και καποιος θα βρεθει να τους βοηθησει. Ουρλιαζα απεγνωσμενα και η φωνη μου αρχισε να βραχνιαζει, οταν απο μακρια ειδα εναν ανθρωπο να πλησιαζει κρατωντας στην αγκαλια του ενα παιδι. Ετρεξα πιο κοντα τους και μολις ειδα ποιος ειναι σαστισα.
Ο Σον κρατωντας τον εαυτο μου μικρη, με κοιτουσε με ενα βλοσυρο και αποδοκιμαστικο βλεμμα, ενω ο νεαρος εαυτος μου με εδειχνε με το δαχτυλο της.
"Εσυ φταις!", ειπε μουτρωμενη και σταυρωσε τα χερακια της στο στηθος. Εγω ειχα κοκκαλωσει και δεν μπορυσα να κουνηθω απο τη θεση μου.
"Εσυ τους σκοτωσες, πλεον εισαι μονη σου", μουγκρισε θυμωμενα ο Σον ,μου γυρισε την πλατη και υστερα χαθηκε στον οριζοντα. Οχι, δεν φταιω εγω που πεθαναν, δεν φταιω εγω. Σας παρακαλω βοηθηστε με.
"Δεν φταιω εγω!!", ουρλιαξα μανιασμενα και τοτε ξυπνησα απο τον τρομερο εφιαλτη πλημμυρισμενη με δακρυα.
"Μωρο μου ηρεμησε, ηρεμησε, εγω ειμαι εδω", ακουω τη στοργικη και απαλη φωνη του Σον και υστερα με σφιγγει στην ζεστη αγκαλια του, ενω εγω ξεσπαω σε λυγμους.
"Δεν φταιω εγω που πεθαναν, δεν φταιω", ελεγα και ξαναελεγα στον εαυτο μου για να τον καθησυχασω και ο Σον μου χαϊδευε απαλα τα μαλλια, ψιθυριζοντας μου να σωπασω.
YOU ARE READING
Μπάτσοι Γουρούνια!(Ολοκληρωμενη)
Teen FictionΕχοντας ενα ασχημο παρελθον, παραδομενη στην παραβατικοτητα και τις επικινδυνες παρεες, η Αμαρρυλις πεφτει στα διχτυα του...νομου. Τι θα γινει οταν απο ενα μονο βλεμμα μπλεξει σε περισσοτερους μπελαδες;
