Λοιπόν, δεν ήμουν μάγισσα και προφανώς οι ευχές μου δεν θα εκπληρώνονταν. Είχα καταφέρει να ανοίξω τα μάτια μου με κόπο.
Ήταν ακόμη σκοτάδι αλλά δεν βρισκόμουν σε εκείνη τη φλεγόμενη φυλακή. Αντίθετα, βρισκόμουν έξω την ύπαιθρο μέσα στο σκοτάδι της νύχτας και κάτω από έναν έναστρο ουρανό. Μπορούσα να μυρίσω το φρέσκο χώμα και τα άνθη του δάσους.
Έκανε τόση ψύχρα που έκανε το καχεκτικό και λιπόσαρκο κορμί μου να τρέμει από το κρύο.
Δεν ήμουν μόνη. Υπήρχαν λίγα ακόμη παιδιά, όσα επιβίωσαν, γύρω μου. Πέντε στο σύνολο συμπεριλαμβανομένου και εμού. Όλα τους έτρεμαν από το κρύο και ίσως από το φόβο, καθώς βρίσκονταν περιτριγυρισμένα από μερικές μαυροφορεμένες φιγούρες.
Ώστε δεν ήταν άγγελοι του θανάτου αλλά οι σωτήρες μας. Εκείνα τα άτομα μας είχαν σώσει. Όσους πρόλαβαν, τουλάχιστον. Όμως δεν έπρεπε να ελπίζω. Τα θαύματα δεν δίνονται τόσο απλόχερα.
Ξαφνικά, ένας άντρας κατέφθασε και ο μαυροφορεμένος άντρας που φαινόταν να είναι ο αρχηγός των υπολοίπων, τον πλησίασε.
Ο άντρας που μόλις είχε φθάσει, φορούσε μια μαύρη φορεσιά ενώ φορούσε ένα ζευγάρι γυαλιά. Είχε κοντά μαύρα μαλλιά και κοφτερά μαύρα μάτια. Είχε ένα ψυχρό και σοβαρό ύφος.
-«Τα παιδιά;» ρώτησε.
-«Καταφέραμε να διασώσουμε μόνο πέντε. Τα υπόλοιπα πέθαιναν από ασφυξία. Έβαλαν φωτιά για να εξαφανίσουν τα στοιχεία.» απάντησε ο μαυροφορεμένος άντρας.
-«Φροντίστε να βρουν κατάλυμα...» αποκρίθηκε ο άντρας αλλά διέκοψε τη φράση του όταν το βλέμμα του που σάρωνε τα παιδιά, σταμάτησε πάνω μου.
Το ανέκφραστο πρόσωπό του πήρε μια έκφραση έκπληξης ενώ πλησίασε προς το μέρος μου.
-«Πως σε λένε, καλή μου;» αποκρίθηκε με πιο ζεστή φωνή. Συνοφρυώθηκα.
-«Το όνομά μου....» ψέλλισα αλλά δεν μου ερχόταν τίποτα στο μυαλό. Ήμουν σίγουρη ότι το όνομά μου ήταν... Γιατί δεν μπορώ να το θυμηθώ;
-«Κ. Κρόου, τα παιδιά δούλοι δεν έχουν όνομα.» αποκρίθηκε ο μαυροφορεμένος άντρας. Όμως ήμουν σίγουρη ότι είχα. Προσπάθησα να θυμηθώ αλλά με έπιασε πονοκέφαλος.
-«Φροντίστε τα παιδιά. Εσύ, καλή μου, ακολούθησέ με.» αποκρίθηκε και άπλωσε το χέρι του προς το μέρος μου. Τον κοιτούσα περίεργα και τελικά τράβηξε το χέρι του αμήχανα και ξερόβηξε. Άρχισε να περπατάει και πίσω του ακολουθούσα εγώ.
ESTÁS LEYENDO
Τα χρονικά της Γαία
Ficción históricaΌταν μια γυναίκα, καθηγήτρια βοτανολογίας σε πανεπιστήμιο του Λονδίνου του Μεσαίωνα επιδεικνύει υψηλή ευφυΐα και προοδευτικότητα, κατηγορείται ως μάγισσα και καίγεται στην πυρά. Όμως αυτό δεν είναι το τέλος αλλά η αρχή. Από τύχη ή θεϊκή παρέμβαση...
