40. Η έναρξη του πολέμου

37 11 0
                                        

   Δεν ήταν η πρώτη φορά που βρισκόμουν σε πεδίο μάχης. Δεν ήταν τόσο μεγάλο όσο εκείνα με τις βάρβαρες φυλές, όμως δεν μπορούσε να είναι δυσκολότερο από εκείνο, όπου εκτός από τον αιμοβόρο εχθρό, έπρεπε να αντιμετωπίσουμε και τον τρομερό καιρό.

Ήταν αρχές του φθινοπώρου, όπου ο εχθρός εθεάθη στην κοιλάδα απέναντί μας. Υπήρχε μια γλυκύτητα στην ατμόσφαιρα. Ο ήλιος είχε κρυφτεί πίσω από μερικά σύννεφα αλλά δεν έκανε κρύο. Αντίθετα, η ζέστη από το καλοκαίρι που είχε περάσει υπήρχε ακόμη στον αέρα.

Είχα μαζί μου πεντακόσιους άντρες περίπου αλλά οι εχθροί έμοιαζαν περισσότεροι. Μάλλον ξεπερνούσαν τους χίλιους. Χάρης στον Ζαλ, το λευκό γεράκι έλαβα την αναφορά ότι ο πατέρας είχε να αντιμετωπίσει άλλους τόσους.

Είχαν στείλει άντρες και στα δύο μέτωπα. Όποιο έπεφτε πρώτο, θα τους έδινε την ευκαιρία να εισέλθουν στο δουκάτο και να περικυκλώσουν και το άλλο. Ήταν μια απλή στρατηγική αλλά αποτελεσματική αν πετύχαινε.

Όμως ήταν η στιγμή να εισέλθω στο πεδίο της μάχης. Ιππεύοντας την Γκουέν, το λευκό άλογό μου, έδωσα το σήμα για να ξεκινήσει η μάχη. Η άλλη πλευρά έκανε το ίδιο.

Οι δύο στρατοί συγκρούστηκαν μετωπικά και η σκληρή μάχη ξεκίνησε. Ήμουν ήδη στην καρδιά του πεδίου και πάνω στο άλογό μου κράδαινα το σπαθί μου.

Αντικρίζοντας όλους εκείνους τους στρατιώτες, η οργή μου φούντωσε ξανά καθώς θυμήθηκα το θάνατο του Ντομινίκ και μια φλόγα άναψε μέσα μου. Άρχισα να μάχομαι με μένος λες και με κάθε σάρκα που ξέσκιζα ή με κάθε κεφάλι που αποχώριζα από το σώμα, θα καταλάγιαζε η οργή μου.

Είχε υποσχεθεί να μείνει ζωντανός! Πως τόλμησε να χαθεί; Πως τόλμησε να πατήσει την υπόσχεσή του; Α!!! Η οργή έκαιγε μέσα μου σαν φωτιά που ήθελε να κάψει τα σωθικά μου.

Το σπαθί μου δεν σταματούσε λεπτό. Απλά έκανε αυτό για το οποίο είχε κατασκευαστεί. Να αφαιρεί ζωές.

Από τότε που εμφανίστηκα σε αυτόν τον κόσμο, είχα παρατηρήσει ότι ήμουν κάπως ψυχρή και απαθής. Δεν ξέρω αν ήταν μέρος του περίεργου φαινομένου της μετενσάρκωσης ή εξαιτίας των εμπειριών που έζησα στην προηγούμενη ζωή μου, αλλά το αίμα και τα άψυχα κουφάρια δίπλα μου, δεν με επηρέαζαν. Δεν ένιωθα τίποτα για αυτά, ούτε θλίψη, ούτε αηδία, ούτε μετάνοια.

Πριν ζούσα σε ένα εργαστήριο όλη την ώρα προσπαθώντας να ανακαλύψω τρόπους για να βελτιώσω τη ζωή των ανθρώπων και όμως σε αυτή τη ζωή, αφαιρούσα τις ανθρώπινες ζωές χωρίς δισταγμό.

Τα χρονικά της ΓαίαWhere stories live. Discover now