°°Πικρο το στόμα και τα χείλη μου βουβά. Θέλει η ψυχή να κελαηδησει μα η φωνή πάει πια, πέθανε στου κόσμου την απανθρωπιά....Μην απορεις στριφνη μου μάνα για έφυγα μακρια... Ένα ταξίδι δίχως τελειωμό λαχταρησα και τώρα η ψυχούλα μου, χορεύει με τη δική του στα ουράνια....°°
Θεσσαλονίκη, έτος 1925.
Έχοντας το μικρό Δημήτρη αγκαλιά και τη Βασιλική πιασμένη από το χέρι, προχωρούσε με το κεφάλι σκυφτό και γεμάτος πόνο αβάσταχτο. Πλάι του περπατούσε η Ελευθερία σιωπηλή καλυμμένη με τη βαριά της μαντήλα ενώ ο Νικόλας έσερνε σαν το φυτό τα πόδια του, πνιγμένος από το μεθύσι.
Ένα μέτρο μακριά, τέσσερις άντρες κράταγαν ένα ξύλινο φέρετρο στους ώμους και ένας παπάς έσερνε τη νεκρική ομιλία καθώς έφταναν στα κοιμητήρια. Δεν υπήρχαν μάρμαρα μα ούτε και στολίδια στο τάφο της.
Δύο μέτρα γη ανοιγμένη και δύο φτυάρια πλάι στο χώμα πεταμένα.
Ούτε ένα μοιρολόι δε βγήκε από τα χείλη της Ελευθερίας σαν ύστερο αντίο για να αποχαιρετήσει τη κόρη της ενώ σε αντίθεση με εκείνη, ο Βασίλης μουρμουριζε ένα παλιό νανούρισμα που συνήθιζε να της λέει σαν ήταν κοριτσάκι. Μιλούσε για ταξίδια όμορφα. Για πρίγκιπες και θάλασσες ήμερες. Μιλούσε για ναυτικούς που έβρισκαν το θησαυρό και σκότωναν το τέρας. Ήταν ενα νανούρισμα που σαν έφευγε και μπαρκαρε στα καράβια, την αποχαιρετουσε με αυτό για να μη φοβάται...
Τα κοιμητήρια ήταν γεμάτα κόσμο ο οποίος τιμούσε τους νεκρούς μα εκείνο Ψυχοσάββατο για τον Βασίλη ήταν αλλιωτικο από τα άλλα. Εκείνος έθαβε το ίδιο του σπλαχνο μέσα στη γη και ανάθεμα αν θα κατάφερνε ποτέ να νιώσει ξανά όπως και πριν.
Θυμήθηκε τα χειλάκια της να του αφήνουν ζεστά φιλιά στο μάγουλο και δάκρυα έλουσαν το πρόσωπο του.
"Δε πονάει η μανούλα παππού... Μη κλαίς..." του ψιθύρισε η Βασιλική τραβώντας του το χέρι και εκείνος ρουφηξε την ανάσα του για να μην σπάσει μπρος τα μάτια της.
"Νέα και όμορφη κοπέλα... Κρίμα..." άκουσε μια γυναίκα που ήταν παραδίπλα να σχολιάζει και έμενε στη γειτονιά
"Ξύπναγε κάθε πρωί να βρει ένα κομμάτι ψωμί και ο πότης ο άντρας της, βολοδερνε στα καπηλειά!" απάντησε μια άλλη
"Άφησε δύο παιδιά πίσω και ένα στη κοιλιά..."
"Για να αυτοκτόνησε κάποιο λάκκο θα είχε φάβα..."
"Είμαι σίγουρη, Καλλιόπη..."
"ΠΑΨΤΕ ΠΙΑ!" ο Βασίλης ξεφωνησε και ο μικρός άρχισε να κλαίει στα χέρια του "Σσς. Μη κλαίς κι εσύ παλικάρι μου.... Δεν αντέχει άλλο ο παππούς..." είπε σιγανα και η πομπή σταμάτησε
Οι άντρες κατέβασαν το φέρετρο , ο παπάς αγριοκοίταξε τριγύρω για να κάνουν ησυχία και ανάβοντας με ένα σπίρτο το λιβανιστηρι του, άρχισε να ψέλνει όσο εκείνοι τοποθετούσαν το φέρετρο στο χώμα.
"Πάει το παιδάκι μου..." ξέφυγε από τα χείλη του Βασίλη μα η Ελευθερία σημασία δεν έδωσε στο πόνο του.
KAMU SEDANG MEMBACA
Το Μπλέ της Ορτανσίας
RomansaΗ Ορτανσία έχει πολλά χρώματα... Έτσι λένε... Έτσι δείχνει...Έτσι την έκαναν να δείχνει... Κάτω όμως από το πολύχρωμο πέπλο της Ορτανσίας, κρύβεται πάντα το λευκό... Κρύβεται το πρώτο... Το αγνό... Το αληθινό... Εκείνο που δεν αλλάζει ότι κι αν κάνε...
