°°Μεσα στη πνοή του χρόνου, θαματα, πράματα και στιγμές, περνούν σαν χελιδόνια και φεύγουν πριν τα κοιταξεις... Μα, να! Κοίτα! Ένας κυνηγός! Θεέ μου.... μια σφαιρα... ΟΧΙ! Μη!!! Αιματα... Güzel bir kuş, az önce öldü ...°°(Ένα όμορφο πουλί, πέθανε...)
Οι ράγες ήταν κι εκείνες κουρασμένες από τη πολυχρησια και τσιριζαν ανά διαστήματα καθώς το τρένο άλλαζε τη κλίση του. Αν και αρχικά δεν ήθελε ούτε να γυρίσει άλλη σελίδα, ο Βασίλης βολεύτηκε προς τα πίσω και το άνοιξε...
Ένιωθε τόσο χαζός που δεν είχε καταλάβει ποτέ του τίποτα μα και τόσο θυμωμένος συνάμα. Ίσως σκότωσε τον Νικόλα και ίσως δεν είχε συνειδητοποιήσει εντελώς τη πράξη του, μα ακόμα κι έτσι δεν ένιωθε πως απέδωσε δικαιοσύνη. Δεν ήταν ικανοποιημένος. Δεν του έφτανε...
"Καημένο μου μωρό..." ψέλλισε δακρυσμένος και βρίσκοντας επιτέλους το κουράγιο ξεκίνησε να διαβάζει...
Θεσσαλονίκη...
Εδώ μας έφτασαν τα κύματα...
Εμένα, τη μάνα μου, το αγέννητο παιδί που κουβαλάω στα σπλάχνα μου και τον διάολο...
Πόσα αφήσαμε πίσω και πόσα ακόμα χάσαμε...
Δεν ξέρω όμως τι ήταν το πιο χειρότερο...
Να βλέπω με τα ίδια μου τα μάτια να σφάζουν τους ανθρώπους στο λιμάνι; Ή εκείνη η μέρα; Συγχώρα με θεέ, μα για μένα, εκείνη η μέρα ήταν η χειρότερη από όλες...
Είπε θα με κλέψει... Σαν κανόνισαν το γάμο μου, μου δωκε ραντεβού και είπε θα με κλέψει ...
Μα η αγάπη, δεν ήρθε ποτέ για μένα και τη θέση αυτής πήρε ο διάολος...
Ένας διάολος που ατιμασε ψυχή και σώμα και μου πήρε ότι είχα και δεν είχα...
Ακόμα νιώθω τα βρώμικα χέρια του πάνω στο κορμί μου... Τον νιώθω να σκίζει τα μέσα μου και να φυτεύει το σπορο του...
Κανένας δεν πίστευε πως μέσα σε εκείνη τη λαοθαλασσα από αίματα θα βγαίναμε ζωντανοί πόσο μάλλον, ότι θα επιβίωνε και αυτό το παιδί που μεγαλώνει μέσα μου...
Και τώρα είμαι εδώ μα κατάρα ρίχνω, να πέθαινα κι εγώ σε εκείνα τα νερά...
Ήταν ξημέρωμα σαν ακούσαμε τη καμπάνα να χτυπά μανιασμένα μα ούτε που κουνήθηκα από τη θέση μου.
Πως να κουνηθώ; Πως να ζήσω;
Κανόνισαν τον αρραβώνα μου χωρίς την άδεια μου μα εκείνος δεν ήρθε ποτέ να με κλεψει όπως υποσχέθηκε...
Ο Βασίλης σταμάτησε και αναστεναξε...
Υπήρχε κάποιος άντρας στη ζωή της και κανένας δεν το πήρε χαμπάρι...
Πόσο μάλλον, κανένας δε κατάλαβε πως εκείνο το καθίκι ατιμασε τη κόρη του.
Η συγκίνηση για το χαμό της και ο θυμός του ήταν στα ύψη όσο συνέχισε να διαβάζει μα δε σταμάτησε. Εκτός απ' την αίσθηση πως ζούσε για λίγο μέσα από τα μάτια της κόρης του, διψούσε για απαντήσεις. Ήθελε να μάθει, ήθελε να τη νιώσει... Ήθελε να δει κατάματα το πόνο της αλλά και τη δική του απουσία. Τη δική του αφέλεια στα όσα γινόντουσαν γύρω του. Στον όρκο που της είχε δώσει κάποτε πως θα τη προστατεύει και εκείνος την άφησε να γίνει έρμαιο στο πόνο.
Σκούπισε ένα δάκρυ και γύρισε σελίδα...
ESTÁS LEYENDO
Το Μπλέ της Ορτανσίας
RomanceΗ Ορτανσία έχει πολλά χρώματα... Έτσι λένε... Έτσι δείχνει...Έτσι την έκαναν να δείχνει... Κάτω όμως από το πολύχρωμο πέπλο της Ορτανσίας, κρύβεται πάντα το λευκό... Κρύβεται το πρώτο... Το αγνό... Το αληθινό... Εκείνο που δεν αλλάζει ότι κι αν κάνε...
