Αν σου μιλούσα
για το σκοτάδι μέσα μου,
θα με κοιτούσες ακόμη
σαν να ήμουν ο ήλιος;
—
Ένιωθε σαν να κλείνουν οι τοίχοι κατά πάνω της. Ένιωθε πως βρίσκονταν μέσα σε ένα σκοτεινό τούνελ. Και παρόλο που λατρεύει το σκοτάδι, το συγκεκριμένο το σιχάθηκε. Γιατί ήταν ακανόνιστο και όχι οικείο.
Δεν ήταν το δικό της σκοτάδι μήτε του Αχιλλέα, έτσι ένιωθε ίσως και για πρώτη φορά -μετά από πολλά χρόνια- στην ζωή της, ευάλωτη. Ευάλωτη μπροστά στο καθορισμένο μέλλον και το αναπόφευκτο χάος.
Αυτός ο γάμος.
Ο γάμος του Αχιλλέα και της Σοφίας είναι ένα λάθος. Ένα τεράστιο λάθος που μόνο να καταστρέψει τους ίδιους είναι ικανός. Και αυτό διότι αποτελούσε εμπόδιο μπροστά σε όλα εκείνα που θα μπορούσαν να έχουν.
Και ανάθεμα αν δεν τον αγάπησε. Ανάθεμα αν όντως υπήρχε «σχεδόν» μπροστά στο «σε αγαπώ» της για εκείνον. Διότι η Ρεγγίνα Βασιλειάδη ήταν πολλά πράγματα, μα μέσα σε όλα αυτά ήταν ανέκαθεν και παθιασμένη. Τόσο παθιασμένη που η καρδιά της πλημμυρίζει από την ένταση.
Επομένως και η αγάπη της ήταν παθιασμένη. Έτσι βρήκε την Ιθάκη της σε εκείνον τον άντρα μόνο και μόνο για να την χάσει ξανά. Νιώθει καταδικασμένη σε έναν φαύλο κύκλο όπου κάθε φορά που η Ιθάκη φαίνεται στον ορίζοντα κάτι συμβαίνει και την παρακολουθεί να βυθίζεται μπροστά στα μάτια της.
Θα ήθελε πολύ σκέψη ακόμη για να αφήσει τον αρχηγό να αγγίξει την πέτρα της καρδιάς της, ήταν βέβαιη πως θα την έσπαγε. Και θα τον άφηνε να την σπάσει. Πολύ σύντομα θα τον άφηνε να αγγίξει την γυμνή καρδιά της. Μα κάτι τέτοιο πλέον φαντάζει μακρινό όνειρο.
Καθώς όπως φαίνεται το ταξίδι τελείωσε και πλέον δεν βρίσκονται στο ίδιο καράβι με κοινό προορισμό. Μα φαίνεται πως εκείνη βουλιάζει στα ταραχώδη κύματα της θάλασσα ενώ εκείνος πλέει μόνο τους προς άλλες ακτές.
Από την αρχή ήξερε πως αυτός ο άντρας θα ήταν το
τέλος της. Ένα τέλος, θανάσιμο και σκοτεινό. Γνώριζε μέσα της πως θα πνίγονταν στα βάθη των θαλασσών του.
Και ακριβώς αυτό συνέβη, μα ανάθεμα αν δεν ερωτεύτηκε την κάθε στιγμή που το κεφάλι της βούλιαζε κάτω από τα σκοτεινά αυτά νερά. Ανάθεμα αν δεν λατρεύει τον δυόσμο που τόσο αποπνιχτικά της τραβάει μακριά το οξυγόνο κάθε φορά.
Έτσι όταν πέρασαν κάποιες ώρες από το πρωινό χάθηκε στην αυλή της έπαυλης. Πότε να κοιτάζει τον ουρανό θυμωμένη, πότε να αποφεύγει τον ηλιο και πότε να παίζει με την Μέλανι.
YOU ARE READING
Pain
Romance«Έχει αρχή μα όχι τέλος και τελειώνει ότι αρχίζει.» ΘΑΛΑΣΣΑ: "Και δηλαδή τι τύπος άντρα είσαι;" Το σαρδόνιο χαμόγελο που στόλισε τα χείλη του ήταν ότι χρειάστηκε για να κάνει την καρδιά της να χτυπήσει σαν τρελή. "Εκείνος που θα γαμαει το μυαλό σου...
