Γιατί
δεν θα είσαι
ποτέ ελεύθερος;
Γιατί
δεν σε αφήνεις
να είσαι.
—
Το λυπηρό δεν είναι να πεθαίνει κανείς.
Λυπηρό είναι να πεθάνει κανείς,
πριν καν πεθάνει.
~<>~
ΔΕΚΑ ΩΡΕΣ ΠΡΙΝ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ
(II) ΜΕΣΗ
Βρόντησε την πόρτα πίσω της, σείοντας τα θεμέλια της ηρεμίας του σπιτιού,"Αφού γνωρίζεις ότι με αηδιάζει το βατόμουρο!", κλαψούρισε με φωνή τανυσμένη σαν ξυράφι, κρατώντας την τσάντα της σαν καταραμένο εκκρεμές στο χέρι της. Έσερνε τα πόδια της ανατριχιαστικά πάνω στο γυαλισμένο μαρμάρινο δάπεδο, αφήνοντας τον ανατριχιαστικό ήχο να υποτάσσει την ησυχία στην αθέατη απειλή της οργής της. Τα δάχτυλα της, χάιδευαν κυκλικά την κοιλιά της, θέλοντας απεγνωσμένα να εξορκίσουν, την σύγχυση που την καταβάλει.
"Γαμώ, πάλι.", μουρμούρισε απηυδισμένος ο Τζεις, αφήνοντας την φωνή του να πέσει σαν πέτρα αθόρυβα μα βαριά μέσα στο πέπλο της παγερής σιωπής. Η Μπριάννα βάλθηκε να τον σκουντήσει επιπλήττοντας τον, αθόρυβα. Μα ο ξανθός δολοφόνος ρολαρε τα μάτια του κεραυνοβολώντας την μέλλουσα σύζυγο του. Είχε εξαντληθεί κάθε σταγόνα υπομονής του, η Ροζαλία με την αδιάκοπη μεμψιμοιρία της, κατάφερε να τον κουράσει ανελέητα, τόσο που δεν ήθελε να ακούσει ανθρώπινη φωνή για τουλάχιστον μια εβδομάδα.
"Συγγνώμη Μάγισσα! Το ξέχασα!", απολογήθηκε για όγδοη φορά εκείνο το ντροπαλά ηλιόλουστο μεσημεριανό ο Κάσσιεν. Η απόγνωση στην φωνή του έπεσε βαριά στον αέρα ανάμεσα τους, μια μελαγχολία αγκαλιαζε της λόγια του, "Εκατό φορές ζήτησα συγγνώμη που τους είπα να προσθέσουν και βατόμουρο στο σμουθι σου, δεν μπορείς να με συγχωρείς πια;!", καταχνιά τον περιτύλιγε, έμοιαζε λες και στην αθόρυβη έπαυλη, κάθε ένας κουβαλούσε στους ώμους του, την δίκη του ατμόσφαιρα.
Ο Ένζο και ο Τζέις αντάλλαξαν ένα φευγαλέο νεύμα μια αστραπιαία, σκιώδης συνεννόηση δίχως λόγια, και κινήθηκαν αθόρυβα προς την κουζίνα, παρασέρνοντας και την άδολη Μπριάννα μαζί τους. Συμφώνησαν νοητά, πως δεν θα έπαιρναν θέση σε αυτή την ανούσια κόντρα, που η Ρόζα να πλέκει γύρω τους σαν αραχνοΰφαντο πέπλο.
Δυο βήματα πριν τον διαπληκτισμό βρίσκονταν και οι δυο τους. Δυο ανάσες πριν την έκρηξη. Στέκονταν αντίκρυ, με τις μακρόσυρτες σκιές τους να σκεπάζουν το ψυχρό μάρμαρο.
Μόνοι πλέον στο χολ, μετέτρεπαν μονάχα με τα ζοφερά βλέμματα τους, τον χώρο σε πεδίο μάχης. Με την διαφορά, πως ενώ ο Κάσσιεν ανέμιζε λευκή σημαία, η Ρόζα φύτευε νάρκες με κάθε της βλέμμα.
KAMU SEDANG MEMBACA
Pain
Romansa«Έχει αρχή μα όχι τέλος και τελειώνει ότι αρχίζει.» ΘΑΛΑΣΣΑ: "Και δηλαδή τι τύπος άντρα είσαι;" Το σαρδόνιο χαμόγελο που στόλισε τα χείλη του ήταν ότι χρειάστηκε για να κάνει την καρδιά της να χτυπήσει σαν τρελή. "Εκείνος που θα γαμαει το μυαλό σου...
