Chapter 60: Three Words (I)

803 37 0
                                        

Ένα ταξίδι,
χιλίων χιλιομέτρων,
αρχίζει
με ένα βήμα.
—Λάο Τσε.

~<>~

ΔΩΔΕΚΑ ΩΡΕΣ ΠΡΙΝ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ

(I)ΑΡΧΗ

Κανείς δεν γεννιέται
«μέτριος».

«Μέτριος» καθιστάτε.

Ήταν αρκετά νευρικός,
κάτι ασυνήθιστο για τα δικά του απαρέγκλιτα δεδομένα.
Μα ήταν.
Και ήταν ευδιάκριτο σε όλους.

Τις κινήσεις του, τις διέπε μια νευρωτική ακολουθία. Από τον τρόπο που έπινε τον καφέ του, εσπευσμένα, την μια γουλιά μετά την άλλη, αδέξια, προτού καν προλάβει να καταπιεί.
Από τον τρόπο που κάπνιζε με μανία, το ενα τσιγάρο πίσω από το άλλο, και δώστου πάλι.
Νευρωτικά.

Το τασάκι είχε γεμίσει.
Η καφετιέρα είχε αδειάσει.

Το στήθος του φούσκωνε και ξεφούσκωνε.
Σαν να τον πίεζε μια ενδότερη πνοή, ή και φωνή, κανείς δεν ήξερε, μάλλον ούτε και ο ίδιος.
Σαν να μην ένιωθε άνετα μέσα στο ακριβό του κουστούμι. Σαν να δυσκολεύονταν να καθίσει ανεπρόσκοπτα στην θέση του. Το μαυρο πουκάμισο έμοιαζε ραμμένο για εκείνον και μόνο, αναδείκνυε ανεπανάληπτα τα μεγαλειώδης μπράτσα και τις σφικτές πλάτες του. Ήταν πανέμορφο πάνω του, ο ίδιος το έκανε ακόμη πιο εκθαμβωτικό πάνω του.

Μα αν κανείς παρατηρούσε αρκετά προσεχτικά, ανάμεσα από τους νευρώδες καπνούς του τσιγάρου και πίσω από την σκληρή πέτσα του αρχηγού, αν παρατηρούσε κάποιος αρκετά σχολαστικά, τον τρόπο που κάθονταν στον φαρδύ καναπέ, άβολα, που τον καταπίναν σκιές, μεθοδικά, θα έβλεπε καθαρά, τους μύες του σφιγμένους, λες και τον διαπερνούσε ηλεκτρικό ρεύμα, τα χέρια του να τρέμουν παροδικά και τα μάτια του να ψυχορραγούν ανεπαίσθητα.

Σαν να στάζει η θάλασσα από τα μάτια του και να αφήνει πίσω της...λευκό.

Κάθονταν στον χείλος του αφράτου καναπέ, σαν να σκιάζονταν πως αν αναπαύονταν πάνω στο στρώμα, θα τον βύθιζε σε έναν ατέρμονο βρόγχο και ο ίδιος θα χάνονταν στα έγκατα του.
Το τσιγάρο έστεκε αγέρωχα ανάμεσα από τα δάχτυλα του καθώς εκείνα γύρισαν νευρικά τις σελίδες ενός μαύρου ντοσιέ. Λευκός καπνός, τον είχε κυκλώσει, έμοιαζε να τον ρουφάει σε μια άβυσσο.

PainTempat cerita menjadi hidup. Temukan sekarang