Η υπόλοιπη μέρα πέρασε μπροστά από τα μάτια της, θολή. Στοίβες φορεμάτων, έτοιμων να φορεθούν, τηλεφωνήματα και ευχές. Προς έκπληξή της, οι δικοί της είχαν κλείσει τραπέζι σε παραλιακό κλαμπάκι και δεν είχαν σκοπό να εμφανιστούν στο πάρτι. Αυτό έδιωξε ένα βάρος από πάνω της. Είχε γνωρίσει αρκετά καλά τα άτομα που είχε καλέσει για να πιστέψει ότι κανείς τους δεν θα έκανε φασαρίες.
Κατά το απόγευμα έκλεψε λίγο καιρό και πήγε στην παραλία μόνη. Τις τελευταίες μέρες το είχε κάνει συνήθειο να κολυμπά για τουλάχιστον μισή ώρα, χωρίς να σταματά. Την βοηθούσε να σκεφτεί και στην προκείμενη περίπτωση δεν είχε τίποτα άλλο περισσότερο ανάγκη από αυτό.
Όταν έπεσε για τα καλά το σκοτάδι, επέστρεψε σπίτι, έκανε μπάνιο και ετοιμάστηκε. Όταν έφτασε στο κλαμπ, τους βρήκε εκεί ήδη μαζεμένους σε ένα σχετικά μεγάλο, στρογγυλό τραπέζι, να συζητούν -παραδόξως- όλοι μαζί. Η Χαρά για ακόμα μια φορά είχε κολλήσει πάνω στον Ορφέα και ο Αλέξανδρος στεκόταν μια θέση απόσταση από τον Γιάννη, με ένα λεπτό φούτερ μόνο να καλύπτει το κενό ανάμεσά τους. Μόλις την πρόσεξαν, απομακρύνθηκαν ακόμα περισσότερο, κάνοντάς της χώρο. Όταν έκατσε στην θέση, ένιωσε άσχημα που τους χώριζε, ειδικά τώρα που ήξερε.
Ο Γιάννης έσκυψε και της έσκασε ένα φιλί στο μάγουλο. "Χρόνια πολλά, μπισκοτάκι". Της έδωσε ένα σακουλάκι μεσαίου μεγέθους και της έκλεισε το μάτι. "Ίσως δοκιμάσουμε αργότερα κανένα μαζί". Η Θέμις κοίταξε το χέρι της και περιεργάστηκε με τα δάχτυλά της το περιεχόμενο. Αποξηραμένο χόρτο. Του χαμογέλασε, έκπληκτη.
"Ούτε να το σκέφτεσαι". Άκουσε τον Αλέξανδρο να της ψιθυρίζει και αυτόματα το βλέμμα της έπεσε στον Ορφέα, απέναντι, που κοιτούσε με οργή τον Γιάννη, πριν αποστρέψει το βλέμμα στο μισοάδειο ποτήρι του. Η Χαρά τρίφτηκε πάνω του και άρχισε να του δαγκώνει το αφτί. Ο Ορφέας δεν κουνήθηκε εκατοστό. Την άφησε να συνεχίσει τα χάδια της για ώρα.
"Που να πάρει". Έσπασε ξανά την σιωπή στην δικιά τους πλευρά του τραπεζιού ο Γιάννης. "Με το ζόρι μου βγαίνει άλλη μια τζιβάνα, γιατί βράχηκε το πακέτο με τα φιλτράκια. Ποιος πάει ως το περίπτερο τώρα; Συγνώμη μπισκοτάκι, ίσως κάποια άλλη φορά". Η Θέμις βρήκε την ευκαιρία που έψαχνε για να πάρει λίγο αέρα. Το θέαμα απέναντι είχε αρχίσει ήδη να γίνεται ανυπόφορο και το αίμα αγκομαχούσε στις φλέβες της για λίγο φρέσκο οξυγόνο.
"Σιγά, θα πάω εγώ να πάρω". Σηκώθηκε και έφυγε, πριν κανείς καταλάβει που πήγαινε. Μετά από πέντε λεπτά περπατούσε στο πλακόστρωτο, επιστρέφοντας στο μαγαζί. Την τρέλαινε ο τρόπος που αυτή η Χαρά κοιτούσε τον Ορφέα, σαν να της άνηκε. Και εκείνος ο ηλίθιος, αναίσθητος άντρας, δεν έκανε τίποτα για αυτό. Θα του έδειχνε και αυτού. Πλησίαζε η σειρά του.
KAMU SEDANG MEMBACA
Αλφα Στερητικό
RomansaΤην τελευταία μέρα των πανελλαδικών εξετάσεων, η Θέμις μαθαίνει για τον αναπάντεχο θάνατο της γιαγιάς της. Με το πρώτο πλοίο φεύγει για το πατρικό της στην Μήλο, που εξαιτίας του σκοτεινού της παρελθόντος απέφευγε τα τελευταία τρία χρόνια. Το νησί ό...
