Το βράδυ η Θέμις έκλεισε μόνη της το μαγαζί, γιατί η δικηγόρος ενημέρωσε τον Στέλιο ότι πρέπει να πάει στην Αθήνα να κάνει τα διαδικαστικά έγγραφα, μιας και η ίδια δεν είχε κλείσει ακόμα δεκαοχτώ. Η Θέμις επέμεινε να μην ακούσουν τον Ορφέα, μεταβιβάζοντας το μερίδιο της περιουσίας του. Η Κυρ' Αφροδίτη τον ήθελε στο μαγαζί. Και πλέον ίσως να τον ήθελε και η ίδια λίγο, για να της κάνει τα νεύρα τσατάλια.
Έφτασε σπίτι λίγο πριν το λάστιχο του ποδηλάτου κλατάρει και έκανε νοητή σημείωση να αγοράσει νέα σαμπρέλα μόλις έβρισκε χρόνο. Μπήκε στο άδειο σπίτι και ευθείς την έπνιξε η σιωπή του. Αφού έβαλε να πιεί κάτι δροσιστικό και άλλαξε, αποφάσισε να πάει ως την αποθήκη.
Το κλειδί ήταν κρεμασμένο από ένα σκοινάκι στο χερούλι και έτσι το έβαλε στην κλειδαριά και άνοιξε. Την πλημμύρισε κατευθείαν ο πολυκαιρισμένος αέρας και η σκόνη. Ο χώρος γύρω ήταν σκοτεινός και έτσι έψαξε για το φως, πού το βρήκε μερικά εκατοστά δίπλα από την πόρτα. Το δωμάτιο φωτίστηκε αλλά τίποτα δεν φάνταζε πλέον το ίδιο τρομαχτικό με την τελευταία φορά που είχε βρεθεί εδώ. Οι νεκροί στους πίνακες ζωντάνεψαν με τις ακτίνες της λάμπας να χάιδευαν την στεγνή μπογιά πάνω τους. Οι αιματηρές σκηνές δεν ήταν τόσο έντονες και τα πλάσματα στους καμβάδες όχι και τόσο τρομακτικά. Διάλεξε μερικά για να βγάλει στο σαλόνι και τα περισσότερο ευχάριστα για να τα πάει στο μαγαζί. Ύστερα ξεκίνησε να ανοίγει διάφορους φακέλους με άλλα έργα σε χαρτί, που βρίσκονταν πάνω στην σκονισμένη βιβλιοθήκη και ήταν χωρισμένοι ανά έτος.
Τα περισσότερα ήταν πορτραίτα -άγνωστων στην κοπέλα- ατόμων. Τα ξεφύλλισε στα γρήγορα, αλλά τα χέρια της έμειναν μετέωρα πάνω από μια χαμογελαστή γυναίκα. Ήταν το έτος δύο χιλιάδες, πριν σχεδόν μια εικοσαετία. Είχε ξαναδεί αυτή την γυναίκα, αλλά νεότερη. Έτρεξε στο δωμάτιο της γιαγιάς της και έψαξε για την φωτογραφία. Ήταν η ίδια. Δεν έκανε λάθος. Στεκόταν χαμογελαστή, δίπλα στον πατέρα της. Η Κατερίνα. Ο Ορφέας βρήκε το παραθυράκι του και εισέβαλε ξανά στις σκέψεις της. Είχε αποσιωπήσει κάθε πράγμα που θα της τον θύμιζε, αλλά αυτός είχε τον τρόπο του να γλιστρά μέσα στο μυαλό της.
Η Κατερίνα ήταν πραγματικά όμορφη. Είχε κάτι το γαλήνιο να την περιβάλει, σαν πέπλο.
Επέστρεψε στην αποθήκη και άρχισε να ψευτοταχτοποιεί. Πλέον όμως ήταν αργά. Δεν άντεχε άλλη στιγμή. Το σπίτι την έπνιγε. Ο αέρας ήταν βαρύς και μόνο η σκέψη, πως ο Ορφέας αρνήθηκε να πάρει το μερίδιο του γιατί θα έφευγε ξανά από το νησί, την αναστάτωνε, σε σημείο αποσυγκέντρωσης.
VOCÊ ESTÁ LENDO
Αλφα Στερητικό
RomanceΤην τελευταία μέρα των πανελλαδικών εξετάσεων, η Θέμις μαθαίνει για τον αναπάντεχο θάνατο της γιαγιάς της. Με το πρώτο πλοίο φεύγει για το πατρικό της στην Μήλο, που εξαιτίας του σκοτεινού της παρελθόντος απέφευγε τα τελευταία τρία χρόνια. Το νησί ό...
