Ο Άλκης είναι εξαφανισμένος εδώ και τρεις μέρες κι εγώ δεν έχω κανένα νέο του. Όσες φορές κι αν του τηλεφώνησα ή του έστειλα μήνυμα αυτός καμία απάντηση. Πάλι καλά που μίλησε με την μητέρα μου, οπότε ξέρω τουλάχιστον ότι είναι καλά, κάτι είναι κι αυτό. Απελπίζομαι όμως που δεν μπορώ να τον βρω και να του εξηγήσω και τον αναζητάω στα τυφλά. Έχω μιλήσει με όλους τους φίλους μας μήπως επικοινώνησε μαζί τους αλλά και πάλι τίποτα, είναι σαν να άνοιξε η γη και τον κατάπιε. Δεν ξέρω τι άλλο να κάνω, αυτή η απραγία με σκοτώνει. Γιατί να φύγει χωρίς μια κουβέντα, έστω κι αν ήταν για να με βρίσει. Κι αν τον βρω, θα καταφέρει να με συγχωρέσει ποτέ; Α, ρε Άλκη γιατί με τιμωρείς έτσι; Γιατί είμαι μια ηλίθια για αυτό, που μόνη μου κατέστρεψα τα πάντα, απαντά το υποσυνείδητο μου.
Πως τα έκανα έτσι; Αυτές τις μέρες δεν κάνω τίποτα άλλο από το να κλαίω ασταμάτητα. Ξαπλώνω στην μεριά του κρεβατιού του αγκαλιάζοντας σφιχτά το μαξιλάρι του και εισπνέω το άρωμα του. Με το ζόρι σηκώνομαι κι όταν το κάνω τριγυρνάω με τις πυτζάμες μέσα στο σπίτι προσπαθώντας να βρω κάτι να μου τον θυμίζει. Το μόνο που άφησε πίσω είναι το σαμπουάν του το οποίο δεν το αφήνω από τα χέρια μου. Κάθομαι στα μέρη που καθόταν κι εκείνος και το μυρίζω για να τον νιώθω λίγο πιο κοντά μου.
Δεν μπορώ να φάω τίποτα και ο ύπνος δεν με παίρνει παραπάνω από δύο ώρες γιατί ξυπνάω από τους εφιάλτες που με βασανίζουν. Ακόμα κι εκεί βλέπω ότι με μισεί και δεν θέλει να με ξαναδεί στα μάτια του. Πως θα συνεχίσω να ζω αν δεν γυρίσει πίσω; Για μένα δεν υπάρχει ζωή χωρίς εκείνον, αυτός είναι το οξυγόνο μου και τώρα που έφυγε νιώθω όλη την ώρα λες και ένα χέρι έχει τυλιχτεί γύρω από τον λαιμό μου και δεν μ' αφήνει να αναπνεύσω.
Ξαφνικά ακούω το κουδούνι και πετάγομαι σαν την τρελή να πάω να ανοίξω μπας και είναι ο Άλκης μιας και άφησε τα κλειδιά του εδώ πέρα. Ανοίγω την πόρτα μες την χαρά αλλά εξανεμίζεται αμέσως μόλις βλέπω την Δήμητρα.
«Α, εσύ είσαι!» της λέω απογοητευμένα.
«Κι εγώ χάρηκα πολύ που σε είδα, κι εμένα μου έλειψες φιλενάδα! Κι όχι δεν χρειάζεται να στρώσεις και το κόκκινο χαλί για την άφιξη μου, φτάνει που βλέπω το χαμόγελο σου.»
«Δήμητρα κόψε την πλάκα, δεν έχω καμία όρεξη!»
«Εγώ φταίω που επέστρεψα νωρίτερα για να μην σ' αφήσω να το περνάς μόνη σου όλο αυτό. Και πάλι καλά που ήρθα γιατί από ότι βλέπω έχεις τα χάλια σου. Από πότε έχεις να κάνεις μπάνιο βρε λαδωμένε ποντικέ;»
ESTÁS LEYENDO
Μεγάλες Αγάπες
RomanceΗ Τζένη έχτιζε τοίχους μια ζωή μέχρι να έρθει κάποιος να τους γκρεμίσει. Μπορούν όλα να αλλάξουν από τη μια στιγμή στην άλλη? Και αν ναι πόσο μπορεί να κρατήσει η ευτυχία? Υψηλότερη θέση: #2 in Romance
