Κεφ. 42 - Αλλαγή...

2.2K 213 28
                                        

Σηκώθηκε, και έτεινε το χέρι του προς την Ιωσηφίνα. Εκείνη όμως, έκανε πώς δεν το είδε. «Δε νομίζω ότι χρειάζονται χειραψίες.» είπε τυπικά και κοφτά και εκείνος σήκωσε το φρύδι του. Τον αιφνιδίασε η μικρή! «Μάρκος Νικηφοράκης. Καθίστε.» της είπε τυπικά μετά το μίνι σοκ. «Επειδή δεν έχω πολύ χρόνο κύριε Νικηφοράκη, και φαντάζομαι ούτε κι εσείς, Θα μπω αμέσως στο τοιαύτα.» Η φωνή της αυστηρή, τα μάτια της τον έκαιγαν, τον κοιτούσε με μίσος και απέχθεια. Κι εκείνος ήξερε το λόγο, μα είχε θαμπωθεί από το δυναμισμό, την αυτοπεποίθηση και την ομορφιά της.

Έκατσε σταυροπόδι, και του είπε με σιγουριά: «Θέλω μονάχα ένα όνομα. Ένα όνομα, και θα είμαι πιο επιεικής μαζί σου.» Άφησε τον πληθυντικό στην άκρη όχι μόνο για να του δείξει ότι δεν τον φοβάται, αλλά για να του δείξει και πώς είναι ανώτερή του.

«Σκέψου το. Ξέρεις ότι ξέρω. Και φυσικά, το να πειράξεις εμένα ή κάποιον δικό μου, δεν θα ωφελήσει. Το ξέρεις καλά. Όπως ξέρεις και ότι όταν θελήσω να επιτεθώ, θα γίνει ηχηρά!»

Σηκώθηκε από την καρέκλα της, και περπατούσε πάνω κάτω στο γραφείο, με σταθερά βήματα. Ήθελε να επιβληθεί. «Δώσε μου το όνομα.» Την κοίταζε εξονυχιστικά, και επειδή δεν ήξερε πώς είναι σε αυτές τις υποθέσεις, ούτε την είχε ποτέ αντίπαλο, δεν μπορούσε να καταλάβει αν τα εννοεί, αν είναι όντως έτσι. Έδινε μια παράσταση, και τα πήγαινε περίφημα. Ο Χρήστος από το βανάκι μαζί με τον πατέρα του και έναν ακόμα δικό τους άνθρωπο, το Σωτήρη, άκουγαν τη συνομιλία και είχαν εντυπωσιαστεί από το θάρρος.

«Το κορίτσι δεν υπάρχει πατέρα» αναφώνησε ο Χρήστος με ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη. «Μη βιάζεσαι, μέχρι να την έχουμε εδώ κοντά μας.» Ο κ. Σταμάτης, τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Δεν είχε ακόμα τελειώσει τίποτα.

«Μπορώ να συνεργαστώ μαζί σου και να ξεχάσω αυτό που έκανες, αφού ήταν με εντολή άλλου, και όλα να είναι μια χαρά. Μόνο αν μου δώσεις το όνομα Μάρκο...» Έβαλε και τα δυό της χέρια πάνω στο γραφείο, και σταμάτησε το πρόσωπό της απέναντι από το δικό του.

«Ήρθες ως εδώ για να μου πεις αυτό μικρή;» την ειρωνεύτηκε και γέλασε, μα μέσα του σκεφτόταν τα λόγια της. «Χμ... Μάλλον δεν έγινα σαφής. Δεν πειράζει. Έχεις δύο ημέρες. ΔΥΟ ημέρες.» τόνισε και τον κοίταξε με στενά μάτια. Γύρισε την πλάτη της, και με σταθερά βήματα, κουνώντας τη σιλουέτα της, μιας και ένιωθε υπέροχα μέσα σε αυτά τα ρούχα, βγήκε από το γραφείο, χτυπώντας την πόρτα δυνατά.

Η κόρη του προέδρουOpowieści tętniące życiem. Odkryj je teraz