Χρόνια πολλά! Κεφ. 49 - Ξεκαθαρίσματα

2.5K 206 14
                                        


Έφαγαν, χωρίς να πουν κάτι άλλο γι' αυτά που τόσο καιρό τους βασάνιζαν. Γέλασαν, πείραξαν ο ένας τον άλλον, και πέρασαν ένα όμορφο μεσημέρι, μετά τις αποκαλύψεις τους.

«Έσκασα, δε μπορώ άλλο» του γκρίνιαξε γλυκά και εκείνος την κοίταξε δήθεν αυστηρά. «Τώρα θα τρως κανονικά, όχι όπως πριν που έτρωγες σα σπουργιτάκι! Θέλω ο γιος μου να γίνει ψηλός και δυνατός!» της απάντησε κυρίως περιπαικτικά αλλά όσα έλεγε είχαν και δόση αλήθειας.

«Σοβαρέψου!» τον συνέτισε εκείνη, και του έφυγε ένα γελάκι. «Εσύ σοβαρέψου, θα τον πάρω και θα φύγουμε!»

«Ναι, πώς; Θα κόψεις την κοιλιά μου να τη φορέσεις; Θα είσαι πολύ αστείος! Όσο για το «γιος» που λες συνέχεια, κάνε λίγο κράτη, διότι μπορεί να είναι και κορίτσι!»

Αμέσως το ύφος του σοβάρεψε. «Ξέρεις κάτι;;; Μίλα!» σχεδόν την παρακάλεσε. «Παιδάκι μου πας καλά; Από τώρα; Στον τέταρτο θα ξέρουμε!» του είπε γελώντας και εκείνος προσποιήθηκε ότι θύμωσε, που τον κορόιδευε.

«Πάμε;» είπε η Ιωσηφίνα βαριεστημένα και ζήτησαν το λογαριασμό. Όσο πλήρωνε, το κινητό του χτύπησε. Μόλις κοίταξε το κινητό του που ήταν ακουμπισμένο πάνω στο τραπέζι, η κάρδια του χτύπησε. Το πρόβλημα Νικόλ, εμφανίστηκε. «Σήκωσέ το» του είπε η μικρή του ήρεμα, και τον ξάφνιασε.

Δεν της απάντησε, και μόλις έφυγε ο σερβιτόρος σήκωσε το κινητό. «Σου είπα να μην τολμήσεις!» της είπε στα αγγλικά μόλις απάντησε στην κλήση. «Ήρθα! Πού βρίσκεσαι;»

«Είμαι έξω για φαγητό. Πάρε ένα ταξί και έλα στη διεύθυνση που θα σου στείλω τώρα σε μήνυμα.»

Και έτσι έγινε. Στο γυρισμό δεν μιλούσαν πολύ, η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Ήθελε στ' αλήθεια να δει κάποια που ήρθε σε επαφή με τον δικό της άντρα όσο ήταν χωρισμένοι; Και μάλιστα που τον διεκδικεί; Ή τουλάχιστον προσπαθούσε να τον διεκδικήσει διότι εκείνη γνώριζε ήδη πώς ήταν πια μόνο δικός της.

Όταν έφτασαν στο σπίτι του, μπήκαν μέσα, και εκείνη πήγε να καθίσει χαλαρά στην αγαπημένη της πολυθρόνα. «Μόλις φύγει μαμά, θα πάρεις το Χρήστο να έρθει. Σήμερα θα λυθούν όλα...» της είπε σιγανά στο αυτί και της έδωσε ένα γλυκό φιλί στο μέτωπο. Δεν του απάντησε, γιατί θα το έκανε έτσι κι αλλιώς. Ήθελε να είναι καλά, να τελειώσουν όλα μια και καλή.

«θα πρέπει να πάρω και τη μητέρα μου τηλέφωνο, να μάθει για το μωρό...»

«Εντάξει, ένα ένα... Και στους δικούς μου θα πρέπει να πάμε....»

Η κόρη του προέδρουWhere stories live. Discover now