κατάκτηση

595 60 4
                                        

Άνοιξαν οι πύλες, τρέξτε στην μεριά του παραδείσου...
Άνοιξαν οι πύλες κρατήστε το κλειδί σας...
Φωνάζουν οι μάνες τα παιδιά να πέσουν για ύπνο..
Φωνάζουν οι μάνες τα παιδιά να αποθεσουν τα κορμιά...

Παγώνω, κρυώνω,δεν αισθάνομαι,σκέπασε το κορμί μου με ουράνιο...
Παγώνω, κρυώνω φοβάμαι, σκέπασε το κορμί! Μου με γαλάζιο...
Δακρύζω, ικετεύω,ουρλιάζω,σπάω γιατί δεν αισθάνομαι..
Δακρύζω, γονατίζω, προσεύχομαι, πεθαίνω....

Άνοιξε η πύλη,νιώθω πως χάνομαι,
Άνοιξε η πόρτα που θα κρίνει την διαδρομή μου..
Κρατάω το κλειδί μα ραγίζει η καρδιά μου..
Τα μάτια μου δακρύζουν, δακρύζουν γιατί φοβάμαι..
άνοιξε η πύλη,μάνα φωνάζει το παιδί,μάνα ικετεύει τον γιο.
Έλα κοντά μου, στάσου στο πλάι, κράτα το χέρι...

Παγώνω κρυώνω φοβάμαι,δεν μπορώ να βαδίζω ανάμεσα σε νεκρούς μήτε να γυρίσω μια τελευταία νύχτα στους ζωντανούς,
Άνοιξε η πύλη,φώναξαν το όνομα μου,δικαζομαι, κρίνονται τα ελαττώματα μου,μου λείπεις,ποτέ δεν με εκρινες,
Ανοιξε η πύλη,χτυπάνε το Μεσα μου με φως...
Φως που δεν είσαι εσύ,είναι λεηλασία...
Χτυπάνε το ξύλο σε ξύλο και φωνάζουν, ένοχος..
Τα μάτια μου κοιτάνε την ανοιχτή πύλη... Κρυώνω φοβάμαι, δακρύζω,αν επιστρέψω στους νεκρούς δεν θα έβλεπα ποτέ ξανά τους ζωντανούς..
" Κόλαση, κόλαση, κόλαση..
Τούτη η τιμωρία αγγίζει την λύπη μου... την τρέφει..

" Κόλαση, κόλαση κόλαση..
Σήκωσα τα μάτια με κοιτούν τους κοιτάζω,πονάω μα δεν πονάνε,δεν ρώτησαν όσα έχασα ,δεν με βοήθησαν να μετανοήσω, κόλαση, φώναξε η ίδια μου η μάνα που με κοίταζε να υποφέρω, κόλαση φώναξε και η ψυχή που πλέον δεν μου ανήκε,
Σήκωσα κεφάλι σε κεφάλι,κοίταξα και με κοίταζαν ,άνοιξα τα χείλη μα δεν μιλούσα,άνοιξα τα χέρια μα δεν φαινόντουσαν...
Μεταφερόμαστε, χανόμαστε, εκλιπαρούμε..
Μεταφερόμαστε, αφήνουμε την αγάπη, μιλάει ο ουρανός..
Μιλάει ο ουρανός μου,
Μιλάει ο ουρανός μου..
Ο ουρανός μου...

..η άμαξα σταμάτησε μπροστά από έναν επιβλητικό γκρίζο Πυργο, τότε η καρδιά της έπαψε να χτυπάει γεμάτη από έναν έντονο φόβο,ένιωθε μόνη ανάμεσα από έναν κόσμο που ποτέ της δεν θα μπορούσε να κατανοήσει.. πλούσιοι και φτωχοί τελικά είχαν μεγάλη διαφορά μέσα τους,τα χρήματα σε έκαναν να ξεχνάς ποιος ήσουν και από που ήρθες,ενώ όταν δεν έχεις τίποτα να χάσεις, παλεύεις την κάθε μέρα , παλεύεις για τον έρωτα,για τα χρήματα,για την τροφή...το να είσαι φτωχός δεν ήταν ποτέ κάτι το κάκιστο, αντιθέτως ένιωθε περήφανη για αυτό που κατάφερε να είναι , αγαπούσε,δεν χρειαζόταν τα χρήματα στα χέρια της διότι κρατούσε την καρδιά του άντρα που λάτρευε..
Με μια βαθιά μα συνάμα κομμένη ανάσα, πέρασε στο εσωτερικό του Πύργου χαμογελώντας ευγενικά σε έναν γερασμένο υπηρέτη,ο οποίος είχε στηθεί σαν άγαλμα στην πόρτα,
Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα αντικρίζοντας απότομα τον βίαιο πλούτο μπροστά της,όλα έλαμπαν σαν κρυστάλλινα αγάλματα,όλα θύμιζαν χρυσό,έσκυψε με τα βαθυκόκκινα μάγουλα της κοιτάζοντας τον εαυτό της στο έδαφος....
** Ποια είμαι εγώ;κόρη αρχηγού;η κόρη αγρότη; ανήκω πλέον μέσα σε ένα ακριβό φόρεμα,η σε ένα παγωμένο έδαφος να κλαίω,να κλαίω για όσα λάθη έχω πράξει,για όσους καιρούς βάδισα στο σκότος, ανήκω σε μια σειρά γραμμάτων,η θαρρείς πως είμαι οι λέξεις;τι νόημα βγάζει κάποιος που διαβάζει την ψυχή μου;είμαι η κόρη αρχηγού;η το παιδί του ήλιου;
Κλαίω όταν το σώμα μου παγώνει, φοβάμαι, φοβάμαι πως όταν η πύλη ανοίξει θα σε έχω χάσει,ποιος θα είναι ο δικαστής σου;και ποια η τιμή σου; φοβάμαι, φοβάμαι όταν η πύλη ανοίξει,και η μάνα ζητήσει Άπτον γιο να κοιμηθεί, φοβάμαι, φοβάμαι τόσο που νιώθω πως παγώνω,πως ικετεύω,σε ικετεύω να μείνεις,σε ικετεύω να μείνεις καθώς η πύλη ανοίγει,η μάνα καλεί τον γιο, φοβάμαι πως με αφήνεις, φοβάμαι πως τα παιδιά πρέπει να πάνε για ύπνο,σήκω ,χόρεψε , ζέστανε το κορμί σου, φοβάμαι, φοβάμαι πως με εγκαταλείπεις, φοβάμαι πως η μάνα αναζητάει τον γιο,φοβάμαι πως η πύλη ανοίγει,και εσύ κρατάς το κλειδί,φοβάμαι μην σε χάσω...

Η ΝΥΦΗ ΤΟΥ ΒΆΡΒΑΡΟΥOnde histórias criam vida. Descubra agora