Δύο παιδικά πόδια επιπλέουν παγωμένα στο νερό,δίχως παπούτσια, διχως ρούχα,δύο παιδικά μάτια, κλαίνε γεμάτα από φόβο, κλαίνε και προτιμούν να παραμείνουν κλειστά,πονάει η καρδιά; πονάει;
Τα χέρια μου κράτησαν όπλα μα δεν κατάφεραν να κρατήσουν το συναίσθημα,μου έδωσαν ποτό μα κοίταζα την κούπα, βλέποντας την ζωή να επιπλέει μέσα της ,δεν κατάφερα να πιω την γουλια απτην γουλια μου,
Δούλεψα σαν σκυλί για να λέγομαι λύκος..
Πουλάω την ψυχή μου στο πνεύμα μου και όχι στο κακό..
Γιατρεύω τις πληγές διότι δεν μπορώ να απαλύνω τις δικές μου..
Φωνάζω , θυμώνω, κρατάω απόσταση, διότι βρίσκω αφορμές απέναντι από την μοναξιά μου...
Κρατάω την γη γιατί φοβάμαι πως εκείνη δεν μπορεί να με κρατήσει..
Με θάβουν πριν τον θάνατο μου, κλαίνε με τον χαμό μου,μα δεν βλέπουν την παρουσία μου...
Λουλούδια στολίζουν την καρδιά μου,μα κρύβουν και τα αγκάθια τους, αιμορραγούσε μα χτυπούσε όπως κάθε καρδιά...

Το κορμί της κούμπωνε σαν συνέχεια του δικού του,ενω τα χερια της χαιδευαν τα πυκνά σκληρά μαλλιά του...
Τα άστρα θαρρείς και έπεφταν με μαγεία στα κορμιά τους,αυτό φώτιζε περισσότερο τα αθώα τους χαμογελα...
<< Τζέιμς είμαστε έξω απο τον πύργο,
<< Σωστά, είμαστε...Έσκυψε φιλώντας με δύναμη τα κόκκινα ζωηρά της χείλη...και ύστερα πιάνοντας της το παγωμένο της χέρι,την έβαλε στην άμαξα και κάθισε απέναντι της...
Τα μάτια του λεηλάτησαν πάνω της ,
Τα δικά της έπεσαν ντροπιασμενα στα γόνατα της...
<< Πού πηγαίνουμε Τζέιμς;
<< Σημασία δεν έχει το που!!!αλλά το ότι θα είσαι μαζί μου...
Η απάντηση του την γέμισε , δίνοντας της μια εσωτερική γαλήνη την οποία κράτησε κρυφη,
Τότε η άμαξα με μιας στάθηκε σαν άγαλμα ,και εκείνος με γρήγορες κινήσεις άνοιγε το πορτακι θέλοντας να βγάλει το κορμί του στον παγωμένο μα συνάμα καθαρό αέρα...
Η Ασία παρέμεινε στην θέση της σκεπτόμενη την συνέχεια τούτης της βραδιάς, αναζητούσε τα χείλη του πάνω απτά δικά της ,μα ντρεπόταν να το ζητήσει,μια ζωή προσπαθούσε να είναι δυναμική μπροστά του,μα δεν μπορούσε να έχει αυτό το καταραμένο θάρρος
.....
Πάτησε τα πόδια της στην αθώα γη κοιτάζοντας την εικόνα να απλώνεται γύρο της σαν μαγεία...ένας απέραντος ουρανός ανοιγόταν πάνω απτό καταπράσινο λιβάδι,τα άνθη σου έκοβαν την ανάσα,ενώ το νυχτολούλουδο σε μεθούσε όπως το αλκοόλ στις φλέβες σου.
Της είχε γυρίσει την πλάτη κοιτάζοντας έναν απέραντο γκρεμό στον ορίζοντα του,και πριν καν το καταλάβουν,η άμαξα το έσκασε και έφυγε....
Τα μάτια της άνοιξαν έντρομα διάπλατα...
<< ΤΖΈΙΜΣ!!!!Η ΑΜΑΞΑ !!!ΕΦΥΓΕ!!!τι θα κάνουμε τώρα?
Γύρισε με ένα πονηρό χαμόγελο στο μέρος της έχοντας απαντήσει ήδη στην ερώτηση της.
<< εγώ ζήτησα στον αμαξά να φύγει,διότι θέλω να μείνουμε μόνοι..
Τα μάγουλα της στολίστηκαν στο κόκκινο μα χάρη στο σκοτάδι μπορούσε να σώσει κάποια κομμάτια που πρόδιδαν την ταραχή της.
<< Εισαι τρελός ? κάνει κρύο και είναι σκοτάδι...
<< Θα σε ζεστάνω, άφησε το φεγγάρι να στολίσει το κορμί σου...
Το στήθος της ανεβοκατέβαινε σε κάθε του βήμα κοντά της...
Ώσπου πριν προλάβει να την αγγίξει,οι ουρανοί άνοιξαν και βροχή σαν δάκρυ ξέπλυνε τα κορμιά τους,το δυνατό του γέλιο έκανε το δικό της να εμφανιστεί,ενώ πριν καν το καταλάβουν κράταγαν ο ένας τον άλλον σφιχτά...
<< ΕΙΜΑΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΈΝΟΣ...
<< ΕΊΜΑΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΈΝΗ...
φώναξαν γεμάτοι από έρωτα....
