κυρίαρχος της αγάπης

406 39 2
                                        

Γονατίζοντας μπροστά από έναν μαύρο αρχοντικό γάτο, κοίταξε την έγκυο γυναίκα του και το μικροκαμωμένο τους παιδάκι να τον πλησιάζουν.
Μια αληθινή οικογένεια, σκέφτηκε κοιτάζοντας τα.
<< Αυτό είναι το μερίδιο σας..
Αφήνοντας κάτω το προσεγμένα κομμένο κρέας,έκανε ένα βήμα πίσω σηκώνοντας το κορμί του στο ύψος του.
<< Ει νεαρέ πλησιασε.
Ξαφνιασμένος που κάποιος διέκοψε τις σκέψεις του,έβγαλε τα χέρια από τις τσέπες του παλτού του,και γύρισε αργά σε ένα μαζεμένο πλήθος ψαράδων,οι οποίοι είχαν στήσει ένα στρογγυλό μικρό σε μάκρος τραπέζι, δείχνοντας την δύναμη τους με το ποιο χέρι θα πέσει πρώτο κάτω...
Σμίγοντας τα φρύδια του πλησίασε χαμογελώντας τους, βεβιασμένα.
<< Τι συμβαίνει κύριοι, αντιλαμβάνομαι μια μεγάλη κομπανία.
<< Έλα γιε μου ,βάλε χέρι,οποίος νικήσει δίνει από ένα χαρτονόμισμα.
<< Ωω όχι λυπάμαι μα,δεν μπορώ να.
Ένας γερασμένος ψαρας με κουρασμένα μάτια έπιασε το χέρι του Τζέιμς βάζοντας του το,στο τραπέζι.
<< Έλα γιε μου ξεκινα μαζί μου...
Η καρδιά του Τζέιμς πάγωσε,μα παρέμεινε σιωπηλός.
Πετώντας το παλτό από τους φαρδιους δυνατούς του ώμους στάθηκε στην άλλη άκρη του τραπεζιού αναγκάζοντας το κορμί του να σκύψει ώστε να έρθει στο ίδιο σημείο με τον γερακο απέναντι του.
<< Μικρέ μην με βλέπεις παλαιό,στα νιάτα μου, διασχισα τον κόσμο ολόκληρο,και αγάπησα τα κάλλη μιας αρχόντισσας.
Τα σκιστα μάτια του Τζέιμς αστραψαν χαρμόσυνα.
<< Και που κρύβεις την κυρά σου,δεν θα καμαρώσει τον άντρα της να με νικάει?
Ο γέρος πίνοντας μια γερή γουλια ρουμι σκούπισε τα χείλη του ,και με αδύναμη φωνή είπε.
<< Είναι τόσο όμορφη που θα την ερωτεύονταν ο καθένας σε τούτη την άδικη γη,μα το χέρι μου αναγκάστηκε να αφήσει,πλέον πίνω για εκείνη δοξάζοντας το όνομα της,σαν θρησκεία.
Τα μάτια του Τζέιμς γέμισαν δάκρυα.
<< Την έχασες;
<< Ναι μα μην λυπάσαι, σύντομα θα την συναντήσω ξανά,σε σώμα καπετάνιου,όπως τότε.
Σηκώνοντας το νεανικό του πρόσωπο κοίταξε τον ουρανό υψώνοντας ένα γεμάτο μπουκάλι ρούμι από δίπλα του, κάνοντας πρόποση εκεί ψηλά...
<< Στην κυρά που άφησε τον κύρη να πεθαίνει μακριά της.
Δίχως να πιεί απτό ποτό,το έριξε στην Γη ποτίζοντας την.
<< Γιε μου γιατί δεν πίνεις;
<< Γιατί πλέον δεν πονάω.
Χαμογελώντας στον γεράκο, τοποθέτησε το δυνατό μεγάλο του μπράτσο στο σανίδι ,και ύστερα ο γεράκος με την σειρά του,το αδύναμο δικό του απέναντι από του νεαρού.
Πιάνοντας ο ένας τον άλλον σφιχτά.
<< Με το ένα ...με το δύο...με το τρία...
Τα μάτια του Τζέιμς κοίταζαν τον γεράκο χαρμόσυνα, έλαμπαν σαν αυτά ενός παιδιού,και το αποτέλεσμα που όλοι περίμεναν,δεν είδαν να συμβαίνει ποτέ,το χέρι του Τζέιμς έπεσε στο σανίδι,με αφορμή ο γεράκος να βγεί και ο νικητής της μάχης αυτής.
<< Σε νίκησε ένας γέρος γιε μου, ΝΊΚΗΣΑ ΤΟ ΕΊΔΑΤΕ, ΤΟ ΕΙΔΕΣ ΜΙΡΑ?
τα μάτια του Τζέιμς άνοιξαν διάπλατα,ενώ το χαμόγελο του κόπηκε στα δύο.
<< Πως?μι ρα?
<< Η γυναίκα μου,το διαμάντι μου,η Μίρα μου...
Πίνοντας ξανά απτό ποτό του φώναζε στον ουρανό για την νίκη του.
Ενώ το σώμα του Τζέιμς είχε μείνει εμβρόντητο στη θέση του.
<< Δεν θα μάθει ποτέ ότι τον άφησες να νικήσει,του έδωσες όμως αληθινή χαρά.
Γυρίζοντας ξαφνιασμένος σε έναν ξένο άντρα πίσω του, σήκωσε το κορμί του κοιτάζοντας μια ακόμη φορά τον ουρανό,και ύστερα ηττημένος κοίταξε τον γεράκο στα μάτια δίνοντας του τα χρήματα της νίκης του.
<< Είσαι πραγματικά τόσο αδύναμος γιε μου.
<< Ίσως εσύ είσαι πραγματικά τόσο δυνατός κύριε.
Έτοιμος να φύγει, άκουσε μια δυνατή απαξιωτική φωνή,έβγαζε κακία και μίσος.
<< Στάσου παλικαρα,θα βάλεις και μαζί μου χέρι.
Τα μάτια του Τζέιμς ξαφνιασμένα έπεσαν σε αυτά ενός νεαρού κοκκινομάλλη άντρα.
<< Τι είπες εσύ;
Ρώτησε γεμάτος θυμό ο Τζέιμς που δεν ανεχόταν τους κακούς τρόπους.
<< Βάλε δύναμη μαζί μου ή φύγε φοβισμένος.
Τα μάτια του Τζέιμς αστραψαν όπως το σκοτάδι στην καταιγίδα.
Κοιτάζοντας τον άντρα να βγάζει την φαρδιά του πουκαμίσα φανερώνοντας ένα εξίσου μεγάλο μπράτσο σαν το δικό του, ένιωσε αηδία για το φύλλο του,πως μπορούσαν να υπάρχουν τόσο ανόητοι άντρες.
Δίχως να πει λέξη, τοποθέτησε μια ακόμη φορά το μπράτσο του καλυμμένο απτό ρούχο του, στο σανίδι,και άνοιξε την παλάμη του περιμένοντας αυτή του άγνωστου άντρα,όταν εκείνος με την σειρά του τοποθετήθηκε απέναντι από τον Τζέιμς, άγγιξε το χέρι του απαλα ώσπου να σταθεί σε ένα ύψος που θα τον βόλευε, αυτό που δεν περίμενε όμως ήταν,το χέρι του Τζέιμς που τον έσφιξε με όλη του την δύναμη κάνοντας τον άντρα απέναντι του να αλλάξει χρώμα..
<< Τι συμβαίνει ; μήπως η λιγοστή μου δύναμη σου έφερε κάποια δυσφορία;
Τα αγριεμενα μάτια του Τζέιμς κοίταζαν τον αντίπαλο του με θυμό.
Ο άλλος άντρα έδειξε να μην αντέχει τον πόνο πόσο μάλλον να προσπαθήσει να ρίξει το χέρι του Τζέιμς, έτσι όταν ο χρόνος ορίστηκε και το τρία έφτανε,το χέρι του Τζέιμς έριξε με μιας αυτό του άντρα,δίχως κανένα κόπο..
<< ΑΑΆΑ πως γίνεται να χάσω από εσένα ...
<< Κράτα τα λεφτά σου ,μονάχα εξαφανίσου από τον δρόμο μου..
Τραβώντας το παλτό του από το έδαφος,έριξε μια τελευταία ματιά στα γατια απέναντι του και ύστερα πήρε τον δρόμο του.

Η ΝΥΦΗ ΤΟΥ ΒΆΡΒΑΡΟΥWhere stories live. Discover now