Καθώς η βροχή έπεφτε αργα στο παιδικό του κεφάλι,τα πυκνά μαύρα του μαλλιά πάγωναν το ίδιο του πρόσωπο, χαρίζοντας του ένα κουρασμένο βλέμμα στην θέση του διαλυμένου.
Ο κόσμος γυριζε μπρος του , αφήνοντας τον ολομόναχο σε εκείνο το ξύλινο κάθισμα στην μέση ενός άγνωστου για εκείνον,δρόμο.
Το που βρισκόταν κανείς δεν μπορούσε να του το εξηγήσει.
Ενώ το μαύρο εκείνο συναίσθημα στην καρδιά του δεν έπαυε να τον ρημάζει αργά και βασανιστικά.
* Σε μισώ!!!!!
Τα μάτια του γέμισαν απρόσμενα δάκρυα, ανοίγοντας ικετευτικά τα δύο του χέρια.
<< ΑΑΆΑ....
Η κραυγή του κατάφερε να τραβήξει την προσοχή του κόσμου, κοιτάζοντας τον όλοι με λύπη.
Τουτο το άχαρο σκηνικό τον σκότωσε ακόμη περισσότερο,καθώς δεν αποζητούσε την λυπηση κανενός.
Σήκωσε με δύναμη το κορμί του, κρύβοντας τον εαυτό του σε ένα σκοτεινό σοκάκι,εκεί όπου ληστές και δολοφόνοι αποζητούσαν καταφύγιο.
Έτσι και ο Τζέιμς ζήτησε να μείνει μονάχα λίγο μόνος,μόνος από τα παράξενα βλέμματα ενός κόσμου που δεν θα μπορούσε ποτέ του να κατανοήσει..
Ώσπου τα χέρια ενός μεγαλόσωμου άντρα τον ανάγκασαν να επανέλθει στην πραγματικότητα.
Μια δυναμική γροθιά μελανιασε ολόκληρο το πρόσωπο του,και εκείνος μπορώντας να αμυνθεί, καθόταν ακίνητος σε μια μεριά κρατώντας την κοιλιά του με το βλέμμα στο κενό.
Ο άντρας συνέχισε να τον χτυπάει, ώσπου κουράστηκε να προσπαθεί να τον πονέσει.
Κανείς δεν θα μπορούσε να τον πονέσει περισσότερο από την ίδια του την ζωή, τίποτα ποτέ δεν θα μπορούσε να τον πονέσει περισσότερο από αυτό που έζησε,που ζούσε,και που για πολλά χρόνια ακόμη θα συνέχιζε να ζει..
Ένα ξαφνικό γέλιο ξέφυγε από τα χείλη του κάνοντας τον ληστή να απορήσει.
<< Είμαι πολλά χρόνια μικρότερος από εσένα ,και όμως αντιλαμβάνομαι πως η χώρα σας δεν διαφέρει από την δική μου, κανείς σας δεν ξέρει να φερθεί σωστά σε ένα παιδί,είτε σε ένα αγόρι.
<< Θα μπορούσαμε να σε σκοτώσουμε εδώ και τώρα μικρέ..
<< Και εγώ θα μπορούσα να σας έχω σκοτώσει,μα μερικές φορές τιμωρω τον εαυτό μου.
Ακούγοντας τους ληστές να γελούν,ένιωσε ένα ζευγάρι χέρια να τον πετάνε στον δρόμο.
Και χιλιάδες πόδια να του πατάνε την πλάτη αδιαφορώντας για την ηλικία του.
Τα μελαγχολικά του μάτια κοίταζαν το κενό, σκεπτόμενος εκείνην.
<< Η χώρα τους δεν διαφέρει από την δική μας .
Αρκετές ώρες αργότερα όταν κατάφερε να ξαπλώσει σε ένα ξύλινο σανίδι, ένιωθε κάθε σταγόνα βροχής να του τρυπάει τα κόκκαλα.
Όταν η φωνή κάποιου που απευθυνόταν στο άτομο του ,του έφερε νέα δάκρυα,μα και θυμό.
<< Γιε μου; πόσο χρονών είσαι;
<< Δεν έχει σημασία,άφησε Με.
<< Γιε μου,δεν έχεις σπίτι; μητέρα;
Γυρίζοντας αργά στο πρόσωπο ενός γερασμένου άντρα άφησε ένα δάκρυ να κυλήσει από τα κουρασμένα του μάτια.
<< Πριν μερικούς μήνες,είχα και εγώ σπίτι,είχα και εγώ μητέρα,είχα και εγώ αγαπη.
<< Που πήγαν όλοι γιε μου;
Σκύβοντας το παιδικό του κεφάλι άνοιξε ικετευτικά τα χέρια του.
<< Η μητέρα μου, χάθηκε,η αγάπη μου:
Κάνοντας μια μεγάλη παύση, κοίταξε το λιμάνι απέναντι του,εκεί που οι βάρκες και τα πλοία κινούνταν εξαιτίας ενός ατίθασου κύματος.
<< Η αγάπη μου,θα έρθει εδώ,και τότε θα παραδεχτείς πως είναι η ποιο όμορφη από όλες τις Αγγλίδες σας.
Τα γέρικα μάτια του άντρα αστραψαν χαρμόσυνα, τούτος ο νεαρός δεν έμοιαζε με παιδί αλλά με άντρα που η καρδιά του ράγισε.
<< Λέγομαι δόκτορ Εντουάρντο ..
Τα γέρικα χέρια του άγγιξαν απαλά το σώμα του νεαρού μπρος του...
