δωσ'μου τα χέρια σου να κρατήσω την ζωή μου

447 49 3
                                        

Σηκώνοντας την στα χέρια του ,την πέρασε από την πόρτα του σπιτικού τους, ξαπλώνοντας την με απόλυτη προσοχή επάνω στον μαλακό καναπέ τους.
Τα χέρια του έπεσαν στοργικά στα ματωμένα της γόνατα,και ύστερα δακρυσε μπροστά της.
<< Σε χτύπησαν;
Το στήθος του ανεβοκατέβαινε και νόμιζες πως θα σπάσει.
Μέσα της γνώριζε πως μια λάθος λέξη της ,και θα τους σκότωνε όλους.
<< Έπεσα,πέρα από τουτη την στιγμή, κανείς δεν με άγγιξε,μην φοβάσαι Τζέιμς μου.
Τα χέρια του άγγιξαν απαλά τις πληγές της ,με αφορμή να σμίξει τα φρύδια του.
<< Πονάει;
Αφηρημένη κατάφερε να αρνηθεί για τις πληγές των ποδιών της.
Τότε την κοίταξε βαθύτερα, σέρνοντας το χέρι του στο δικό της.
<< Δεν αναφέρομαι στα πόδια σου,γυναίκα.
Ανεβάζοντας αργά το χέρι του στην κοιλιά της, έμεινε σκεπτικός.
Ενώ εκείνη πάγωσε καθώς αληθινά πονούσε την κοιλιά της.
<≤ πως ; Πως γνωρίζεις οτι πονάω;
Ακουμπώντας το κεφάλι του στο σημείο του πόνου της,της έσφιξε το χέρι.
<< Δεν είμαι μάγος,μήτε μάντης,μονάχα η καρδιά μου μπορεί να καταλάβει πως τωρα ουρλιαζεις μέσα σου.
Σηκώνοντας το βλέμμα του στο πρόσωπο της ,της χαμογέλασε σχεδόν ψεύτικα από την στεναχώρια του .
<< Από το τραύμα εκείνο,από την πληγή του μαχαιριού,ο πόνος θα μείνει ανελέητος,και ορκίζομαι πεθαίνω κάθε μέρα να βρω μια λύση που θα είναι το φάρμακο σου.
Παίρνοντας το πρόσωπο του στα χέρια της, δάκρυα στόλισαν τα βλέφαρα της.
<< Εσύ είσαι το φάρμακο μου,μην ξεχάσεις ποτέ το ποσό σε αγαπάω,μου λείπεις ακόμη και όταν σε έχω ,μου λείπεις,η αγάπη πονάει περισσότερο από όσο πίστευα,πονάει περισσότερο όταν αγαπιέσαι,θέλω πάντοτε να προσέχεις τον εαυτό σου, πάντοτε να θυμάσαι την αγάπη που σου έχω, ποτέ να μην ξεχάσεις, διότι εγώ δεν σε ξέχασα.
Αφήνοντας ένα δάκρυ του να τρέξει,έσκυψε το κεφάλι του μπροστά της.
<< Γράμμα γράμμα σου άφησα την ζωή μου πίσω,να έχεις να θυμάσαι κάθε φύλλο ενός ξεχωριστού μήνα,γράμμα γράμμα σου άφησα το δάκρυ μου σε λέξη,να πιστεύεις κάπου,να αγαπάς κάτι,εάν εγώ σου λείπω όταν με έχεις,εμένα όταν μου λείπεις,την κάθε φορά που νιωθω το κενό,η καρδιά μου αυτοκτονεί, πράττει ότι μισεί γιατί δεν αντέχει την απουσία, χρόνια ολόκληρα που πέρασα μόνος,ένιωθα κλεισμένος σε μια γυάλα δίχως οξυγόνο,δεν ήμουν το ψάρι,ήμουν το ίδιο το νερό.
Πιάνοντας της τρυφερά τα χέρια,ύψωσε το πρόσωπο του στην μεριά της, συνεχίζοντας να της μιλάει.
<< Κάπου κάποτε μου υποσχέθηκες την ευτυχία σου,θυμάσαι; γιατί δεν το τηρείς;
Αφήνοντας τα δάκρυα της να εμφανιστούν στο πρόσωπο της,έπεσε στην αγκαλιά του.
<< Δεν αγαπάω κανένα άλλον άντρα,ήμουν λιποθυμη όταν με είδες στα χέρια του κόμη,πίστεψέ με.
Τραβώντας την από τους ώμους πίσω,την κράτησε σφιχτά απέναντι του ώστε να κοιτάξει το πρόσωπο της.
<< Συγνωμη, συγνωμη γυναίκα μου, συγχώρεσε με.
Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα.
<< Ποτέ εξαιτίας μου ,δεν θα είσαι δυστυχισμένη,είμαι εδώ οποτε με ζητήσεις,οποτε με χρειαστείς, πάντοτε γυναίκα,μια σου λέξη και κάνω τον κύκλο της γης,μονάχα για να σε συναντήσω.
Πλησιάζοντας αργά τα χείλη της τα πήρε στα δικά του κόβοντας της την ανάσα.
Και ύστερα δίχως προειδοποίηση,την σήκωσε στα χέρια του ανεβάζοντας την από τις μεγάλες σκάλες,την πέρασε στην κάμαρα τους,και την ξάπλωσε στα απαλά μαξιλάρια, σηκώνοντας δίχως να την ρωτήσει, το νυφικό της φόρεμα.
Τα μάγουλα της είχαν πάρει ένα κόκκινο βαθύ χρώμα, παρόλα αυτά ,έκλεισε τα μάτια της, νιώθοντας το χάδι του.
Της αφαίρεσε το φόρεμα τρίβοντας απαλά τα δύο της πόδια,όταν τον ένιωσε μια και μόνο στιγμή να τραβιέται,και ύστερα τα χέρια του να ανεβαίνουν ψηλά στην κοιλιά της με ένα απαλό υγρό στα χέρια του, κάτι που έκανε τον πόνο της να μαλακώνει.
Σοκαρισμένη άνοιξε τα μάτια της, αντικρίζοντας τον ,να βρέχει τα αντρικά του δάχτυλα,στο δοχείο μιας λευκής αλοιφής,την οποία ζεσταινε με την ανάσα του πρωτου την τοποθετήσει στην κοιλιά της.
<< Νιώθεις πως τραβάω τον πόνο;
<< Ν ναι...
<< Αυτό ονομάζεται χαλάρωση.
Φιλώντας τρυφερά το μέτωπο της,την οδήγησε σε έναν χαλαρό ύπνο τραβώντας τους πόνους του κορμιού της.
Ύστερα καθώς εκείνη κοιμόταν,κάθισε στο έδαφος με μια κλωστή και μια βελόνα, ράβοντας τα κομμάτια ενός σκισμενου υφάσματος.
Έχοντας γρήγορα τελειώσει με την άνεση του χειρουργού,πλησίασε τις γυμνές της πατούσες, κρύβοντας τες σε ένα απαλό κάλυμμα από αγνό ύφασμα, ραμμένο και κλεισμένο σε τέσσερα σημεία, κρύβοντας τα δάχτυλα των ποδιών της ,ώστε να προστατεύσει την κοιλιά της.
Και ύστερα, κατέβηκε εκατω στη κουζίνα, βράζοντας της βότανα ,και παραπέρα λίγο γάλα, δημιουργώντας,δύο ξύλινα δοχεία,ένα με τσάι ,και ένα με το ζεστό γάλα.
Τα ανέβασε στην κάμαρα της, αφήνοντας τα δίπλα της,με την στεναχώρια ότι θα έπρεπε να της χαλάσει τον ύπνο.
Ξαπλώνοντας στο κρεβάτι δίπλα της ,άρχισε να της φιλάει τα χείλη, ξυπνώντας την με τον ποιο γλυκό τρόπο,κάτι που την έκανε να χαμογελάσει.
<< Τζέιμς μου;
<< Δίπλα σου,έχω δύο ζεστά δοχεία,θα πιεις το περιεχόμενο τους για εμενα;θα το κάνεις;
<< Φυσικά και θα το κάνω.
<< Όσο θα υπακούς τον γιατρό σου,θα κατέβω λίγο κάτω,είμαστε σύμφωνοι;
<< Μάλιστα γιατρέ μου.
Χαμογελώντας της πλατιά, κατέβηκε βιαστικά κάτω,όσο εκείνη ξεκίνησε να πίνει το μυρωδάτο γάλα της, σμίγοντας τα φρύδια γεμάτη από περιέργεια,όταν ένιωσε την ζεστασιά των ποδιών της,τότε σήκωσε ελάχιστα το πόδι της επάνω, αντικρίζοντας τις πατούσες της.
Δακρυσμένη από αυτό που κοίταζε ,ήπιε το περιεχόμενο και από τα δύο δοχεία θέλοντας να τον ευχαριστήσει,όταν η πόρτα μπροστά της άνοιξε,και εκείνος με έναν δίσκο γεμάτο φαγητά εισέβαλε μέσα αγγίζοντας ακόμη περισσότερο τα συγκινημένα της  συναισθήματα.
<< Τι έκανες εκεί πέρα;εγώ είμαι η γυναίκα σου εγώ θα έπρεπε να φροντίζω το φαγητό σου.
<< Σςςς ,στην δική μας σχέση,στον δικό μας γάμο, κανείς δεν είναι ανώτερος,είμαστε ίσοι, γι'αυτό πάψε να πιστεύεις ότι πρέπει να με υπηρετείς,εγώ θα σε υπηρετώ,και είμαι περήφανος γι'αυτό.
Τοποθετώντας τον δίσκο μπροστά της, εμφάνισε κάτι το οποίο την έκανε να γελάσει.
Καθαρισμένα καρότα,τα οποία λάτρευε,ένα δοχείο σούπα, ψάρι,και ψημένο ψωμί ,καθώς και ένα τριαντάφυλλο,το οποίο ερωτευμένα μύρισε.
<< Γιατί με αγαπάς τόσο πολύ;
<< Γιατι είσαι τα πάντα για εμένα.
Είπε καθώς άρχισε να την ταιζει σαν μικρό αθώο παιδακι.
Το γέλιο της ακούστηκε εγκάρδιο,καθώς της έκλεβε τα καρότα, κάτι που έκανε και τον ίδιο να γελάσει,ώσπου άρχισαν να μοιράζονται το φαγητό.


Η ΝΥΦΗ ΤΟΥ ΒΆΡΒΑΡΟΥDonde viven las historias. Descúbrelo ahora